Thomas Meyer: Κατηγορική Κριτική και το Αναγκαίο Ζήτημα των Εναλλακτικών στον Καπιταλισμό
Zuerst veröffentlich in: Netztelegramm 2022. Weitere Übersetzungen siehe techspek999.blogspot.com.
Κατηγορική Κριτική και το Αναγκαίο Ζήτημα των Εναλλακτικών στον Καπιταλισμό
Thomas Meyer
1. Αρχική κατάσταση: Κρίση και Kριτική
Όσο περισσότερο χωρεί η κρίση, τόσο με λιγότερη ικανότητα ευρεία τμήματα της αριστεράς -για να μην αναφέρουμε άλλα συγκείμενα- φαίνεται να γνωρίζουν τους εσωτερικούς περιορισμούς του κεφαλαίου και το εύρος της κρίσης, το οποίο επιδεινώνεται σταθερά από το 2008. Η καταστολή, η άρνηση ή η προσκόλληση σε αναχρονιστικές ταυτότητες, μεταξύ άλλων, φαίνεται να είναι το υπόβαθρο. Επιπλέον, γίνεται ολοένα και πιο σαφές, ότι αρκετοί προσφέρουν οικειοθελώς τον εαυτό τους στα καθεστώτα διαχείρισης κρίσεων ως οπορτουνιστές (για παράδειγμα, στην Πράσινη Νέα Συμφωνία, βλ. Konicz 2020a). Ωστόσο, τώρα περισσότερο από ποτέ, είναι κρίσιμο να διαμορφωθεί και να ξεκινήσει μια κοινωνική χειραφέτηση ενάντια στις πραγματικές κατηγορίες του καπιταλιστικού συστήματος (αξία, περιθωριοποίηση, εργασία, κράτος κλπ.). Η θεωρητική κριτική είναι επομένως υποχρεωμένη να υιοθετήσει μια συνολική άποψη, μια κριτική απόσταση, όσον αφορά τις κοινωνικές διαμαρτυρίες, όχι για να κλειδωθεί σε ένα φιλντισένιο πύργο εννοιών, αλλά για να θέσει τέλος στον τρέχοντα καπιταλιστικό μετασχηματισμό -και στην καταστροφή. Η θεωρητική κριτική στοχεύει να θέσει ένα κάτοπτρο επί των υπαρχουσών κοινωνικών διαμαρτυριών, να “ψάλει το δικό τους τόνο” (Μαρξ 1958, 381). Αυτό απαιτεί την επέκταση των ορίων αυτών των διαμαρτυριών στην εμπορευματική μορφή -και στη μορφή διαχωρισμού, και την ανάδειξη της αναγκαιότητας της απαίτησης για την ικανοποίηση των κοινωνικών και υλικών αναγκών έναντι της “οικονομικής εφικτότητάς” τους, καθώς αυτή φτάνει ολοένα και περισσότερο στα όριά της. Διότι: “Χωρίς να έχουν περάσει από το καθαρτήριο μιας ριζοσπαστικής κριτικής του καπιταλισμού […], οι εναλλακτικές λύσεις δεν μπορούν να “συλληφθούν” και σίγουρα όχι να “κατασκευαστούν”’ (Böttcher 2015, 129). Όλες οι λεγόμενες εναλλακτικές λύσεις στον καπιταλισμό πρέπει να κριθούν από το αν είναι ικανές να μορφοποιήσουν τον ορίζοντα του προβλήματος, που υποδεικνύεται σε αυτό το κείμενο. Εξετάζοντας υποτιθέμενες εναλλακτικές λύσεις, όπως το κίνημα της μετα-ανάπτυξης και των κοινών (βλ. Meyer 2021) ή την οικονομία του κοινού καλού του Christian Felber (βλ. Kloos 2018· βλ. επίσης Hüller 2014), δυστυχώς, δεν υπάρχουν ενεργά στοιχεία για κάτι τέτοιο.
2. Όρια της Διαμαρτυρίας
Σε διαμαρτυρίες κατά της “τρέλας των ενοικίων” ή της “κρίσης της νοσηλευτικής περίθαλψης”, είναι φυσικό να επιδεικνύεται αλληλεγγύη, αν και αυτό δεν αποκλείει την ταυτόχρονη κριτική εξέταση της ιδεολογίας πίσω από αυτές τις διαμαρτυρίες και την απόσυρση κάθε αλληλεγγύης εάν, για παράδειγμα, κατηγορούσαν το “Μπιλ Γκέιτς” ή τους “Ρότσιλντ” για τις κοινωνικές καταστροφές. Σε άλλες περιπτώσεις, η επίδειξη αλληλεγγύης είναι εξ αρχής πολύ πιο δύσκολη: Οι απαιτήσεις για την ικανότητα αναπαραγωγής του εαυτού (συνέχιση ή βελτίωση) στην καπιταλιστική μορφή μπορεί να έχουν προβληματικές συνέπειες, για παράδειγμα, εάν οι εργαζόμενοι διαμαρτυρηθούν για το κλείσιμο ενός εργοστασίου αυτοκινήτων ή εάν τα συνδικάτα υποστηρίζουν την καταστροφή του περιβάλλοντος, επειδή αυτό θα υποσχόταν ή θα εξασφάλιζε “θέσεις εργασίας”. Η συζήτηση, που διαμορφώθηκε κατά τα τελευταία χρόνια σχετικά με την εκ νέου σοβαρή αντιμετώπιση των συμφερόντων της “εργατικής τάξης” στο πλαίσιο μιας “Νέας Ταξικής Πολιτικής” (βλ. Scholz 2020· βλ. επίσης Meyer 2019), είναι επομένως εγγενώς ασυνεπής, εάν κάποιος ισχυρίζεται ταυτόχρονα, ότι επικρίνει την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Αυτό ήδη υποδηλώνει μια αναπόφευκτη αμφιθυμία: Από τη μία πλευρά, η κοινωνική κριτική πρέπει (ακόμα) να αξιώνεται σε αστικές μορφές (σε μορφές αστικού δικαίου) (κατώτατος μισθός, δικαιώματα των εργαζομένων, κοινωνική ασφάλιση κλπ.). Από την άλλη πλευρά, αυτές οι μορφές είναι ξεπερασμένες και οι κοινωνικές ανάγκες (τροφή, στέγαση κ.λπ.) μπορούν να αντιμετωπιστούν όλο και λιγότερο εντός αυτών, και ακόμη και τότε μόνο υπό παράλογους περιορισμούς και κάθε είδους “υπολογισμών”. Θα πρέπει πλέον να είναι προφανές, ότι υπό το φως της κλιματικής καταστροφής, των φασιστικών εξελίξεων, των αποτυχημένων κρατών κλπ., η αναδιανομή του καπιταλιστικά παραγόμενου “πλούτου” και η δημοκρατική αναγνώριση των ανθρώπων ως αστικών ανταγωνιστικών υποκειμένων όχι μόνο υπολείπονται κατά πολύ, αλλά αντιμετωπίζουν και εμμενώς ένα συνεχώς συρρικνούμενο “περιθώριο δράσης και διαμόρφωσης”, και τείνουν να καταστούν άσχετα. Οι εμμενείς αγώνες, στο βαθμό που λαμβάνουν χώρα, επαπειλούνται να καταρρεύσουν σε μια κρίση, σε μια λειτουργία απελπιστικής “αντιγραφής κρίσεων” και συνεπιχορήγησης κρίσεων.
Η ακόλουθη ενότητα θα σκιαγραφήσει ορισμένες θεμελιακές σκέψεις για μια θεωρητική κριτική της πράξης. Εδώ, βασίζομαι κυρίως στην έννοια του a priori διαγράμματος/μάτριξ του Robert Kurz. Επιπλέον, θα ασχοληθώ με την “αντίφαση μεταξύ ύλης και μορφής” (Ortlieb 2009), η οποία είναι επίσης εμφανής στη Μεταβολική διαδικασία με τη Φύση, και θα την αντιπαραβάλω με τις μάλλον προβληματικές απόψεις του κινήματος μετα-ανάπτυξης σχετικά με μια Συρρικνούμενη Οικονομία, η οποία φαίνεται απαραίτητη υπό το πρίσμα της οικολογικής καταστροφής. Το κεντρικό επιχείρημα είναι το εξής: Ενόψει της οικολογικής και κλιματικής καταστροφής, η οποία ουσιαστικά συνδέεται με την υπερβολική κατανάλωση πόρων, πρέπει να επιδιωχθεί ένας λιγότερο καταναλωτικός τρόπος ζωής (μεγαλύτερη υλική λιτότητα, ουδεμία αντισταθμιστική κατανάλωση όπως μαζικός τουρισμός, προϊόντα ta opo;ia κατασκευάζονται για να διαρκέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο, κλπ.). Η οικονομία όχι μόνο πρέπει να σταματήσει να αναπτύσσεται, αλλά πρέπει να συρρικνωθεί. Οι τεχνικές λύσεις δεν αποτελούν επιλογή λόγω της Ανάδρασης της Ανάκαμψης: “Μόνο οι τρόποι ζωής μπορούν να είναι βιώσιμοι”, καταλήγει ο οικονομολόγος της μετα-ανάπτυξης Niko Paech (2019, 99, η έμφαση στο πρωτότυπο). Και ο Paech βλέπει ακριβώς τέτοιους τρόπους ζωής κυρίως στους περιοχικούς οικονομικούς κύκλους, οι οποίοι υποτίθεται ότι χαρακτηρίζονται από “διαφάνεια” και, ειρωνικά, από “ενσυναίσθηση” (ibid., 114).
3. Αναγκαία Κριτική και οι Προκείμενές της
Η ασυμφωνία με τον κόσμο, όπως είναι γραμμένος, μπορεί να προκύψει από μια πληθώρα κινήτρων. Μια τέτοια “ασυμφωνία” μπορεί να εκληφθεί ως αποτέλεσμα μιας προσδιορισμένης “ερμηνείας των συνθηκών ή/και μιας προσδιορισμένης (υποφερτικής) εμπειρίας του υποκειμένου. Εάν η κριτική του καπιταλισμού τροφοδοτείται από εμπειρίες οδύνης, τότε αυτές οι εμπειρίες πρέπει να φτάσουν στο σημείο της εννοιολόγησής τους, όσο το δυνατόν περισσότερο, δηλαδή, πρέπει να διαμεσολαβηθούν από την κατακερματισμένη συνολικότητα του κεφαλαίου -δηλαδή, από το κοινωνικό όλον. Μόνο με αυτόν τον τρόπο, μια εμπειρία γίνεται συγκεκριμένη. Ο Robert Kurz έγραψε τα εξής στο συγκείμενο μιας θεωρητικά υπεκτεθείσας κριτικής της παγκοσμιοποίησης: “Αυτή η συγκεκριμενοποίηση με τη βοήθεια της θεωρίας περιλαμβάνει επίσης την ανάδειξη της ιστορικής διαδικασίας, εντός της οποίας βρίσκονται οι εμπειρίες. Οι εμπειρίες στο εδώ και τώρα μπορούν να έχουν νόημα, μόνο όταν συσχετίζονται με τις εμπειρίες του παρελθόντος και με την ιστορικότητα της κοινωνίας”. Η θεωρία υπερβαίνει επίσης την αμεσότητα της εμπειρίας με αυτή την έννοια, καθώς περιλαμβάνει τον αναστοχασμό των εμπειριών του παρελθόντος, και επομένως έχει τη δική της ιστορία. Όποιος πιστεύει, ότι μπορεί να το αγνοήσει αυτό, αναπόφευκτα θα παρερμηνεύσει τις δικές του εμπειρίες, επειδή δε μπορεί να τις εντάξει σε ένα συνολικότερο πλαίσιο (Kurz 2005, 30).
Συνεπώς, οι εμπειρίες ουδέποτε πρέπει να παραμένουν μεμονωμένες, αλλά μάλλον να εξετάζονται ως στιγμές μέσα στην καπιταλιστική συνολικότητα. Διαφορετικά, οι εμπειρίες οδύνης μπορούν να συμπυκνωθούν ή να διαστρεβλωθούν σε μια θυματιστική λατρεία, που συχνά συνδέεται με μια θεμελιώδη εχθρότητα απέναντι στη θεωρία και με μια ανημπόρια αναστοχασμού. Η υποτιθέμενη κριτική, η οποία μπορεί να προκύψει από μια τέτοια στάση, θα μπορούσε απλώς να εκφράσει την επιθυμία ή την αυταπάτη, να συνεχιστεί ο ανταγωνισμός με άλλα μέσα, ή να επιδιώξει έναν καπιταλισμό, που υποτίθεται ότι αποφεύγει αυτές τις (επί το πλείστον δικές του) εμπειρίες οδύνης (όπως ακριβώς οι τοπικές οικονομίες υποτίθεται ότι χαρακτηρίζονται από ενσυναίσθηση και διαφάνεια). Ή χειρότερα: θα εντοπίζονταν τα υποκείμενα που θεωρούνται υπεύθυνα για αυτές τις εμπειρίες οδύνης (γυναίκες, μετανάστες, ιουδαίοι, “εμφυλιστές” κλπ.).
Το “ερμηνεύειν τας συνθήκας”, ωστόσο, δε γίνεται, χωρίς προϋποθέσεις, και οι κριτικοί δε μπορούν απλώς να “σκέφτονται τυχαία” (βλ. Kurz 2017, 73 κ.ε.). Υποτίθεται, ότι η νέα σκέψη συχνά αποδεικνύεται, μετά από προσεκτικότερη εξέταση της ιστορίας, πως είναι κάτι, το οποίο έχει ήδη ληφθεί υπόψη εδώ και καιρό (βλ. Ortlieb· Ulrich 2005). Ενώ η δική μας σκέψη δεν προσδιορίζεται ντετερμινιστικά, έτσι ώστε οι κριτικοί απλώς να εκτελούν αντικειμενικές μορφές σκέψης σαν ένα αυτόματο, ουδείς δύναται να ξεφύγει εντελώς από αυτές τις αντικειμενικές μορφές σκέψης (αξία, εργασία, αστικές σχέσεις φύλων). Αυτές οι αντικειμενικές μορφές σκέψης, ωστόσο, δεν είναι απλώς θέμα σκέψης -αυτό θα ήταν μια “ιδεαλιστική” παρανόηση -αλλά, είναι συνυφασμένες με τις αντικειμενικές μορφές εἶναι εν τω κόσμω στον καπιταλισμό (εργασία, έμφυλος διαχωρισμός, κλπ.). Μαζί, με τον ιστορικά και διαδικαστικά συνυφασμένο τρόπο τους, αυτά τα δύο φαινόμενα καταλήγουν σε μια ιστορικά ειδική μορφή και μετασχηματισμό του κόσμου, ο οποίος με τη σειρά του έχει αμοιβαία επίδραση στις αντικειμενικές μορφές σκέψης και στους υποκειμενικούς “φορείς” τους. Θα μπορούσε κάποιος να ονομάσει αυτή τη “διαλεκτική” ή διαδικαστική αντίφαση στην υλική και κοινωνικοψυχολογική συγκεκριμενοποίησή της. Οι αντικειμενικές μορφές σκέψης και εἶναι εν τω κόσμω συγκροτούν/χτίζουν απο κοινού το “a priori μάτριξ του φετίχ-συντάγματος” (Kurz 2007, 24, η έμφαση στο πρωτότυπο).
Αν κάποιος καθιστά τις αντικειμενικές μορφές σκέψης, αντικείμενο κριτικής, και διατυπώνει κριτική όχι εντός αυτών των κατηγοριών αλλά εναντίον τους -δηλαδή, ασκεί κατηγορική κριτική -τότε οι αντικειμενικές μορφές εἶναι εν τω κόσμω, ο τρόπος (ανα)παραγωγής και η υλική και οργανωτική υλοποίησή του, και επομένως και η μεταβολική διαδικασία με τη φύση, δεν “υποβιβάζονται”, ούτε κυριαρχούνται σε ουδεμία περίπτωση. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όταν εξετάζεται η “ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής”, και η διανομή τους υπό το δικό μας έλεγχο, δηλαδή, εναντίον του κράτους και της αγοράς (ή εναντίον σ’ ό,τι απομένει εξ αυτών), ως το τέλος της γραμμής. Είναι κρίσιμο να επισημανθεί, ότι οι αντικειμενικές μορφές εἶναι εν τω κόσμω και σκέψης γίνονται αρχικά αντιληπτές ως αντικείμενο άξιο κριτικής. Αν αυτό δε συμβεί, τότε η κριτική γίνεται ταχέως καταφάσκουσα/επιβεβαιωτική, αν όχι αντιδραστική, ακόμη και αν εντοπίζει ορισμένα έγκυρα σημεία σε φαινομενολογικό επίπεδο (όπως είναι πολύ σαφές στην περίπτωση των οικονομολόγων της μετα-ανάπτυξης).
Η επιβεβαιωτική/καταφάσκουσα κριτική μπορεί να στοχεύει, αφενός, στη βελτίωση της θέσης κάποιου εντός του καπιταλισμού ή μπορεί να στοχεύει στην αναδιαμόρφωση ή στη νεωτερικοποίηση του καπιταλισμού. Αμφότερα προϋποθέτουν μια εμμενή ικανότητα διαμόρφωσης, που δε σημαίνει κάτι άλλο, από το ότι ο καπιταλισμός πρέπει να εξακολουθεί να διαθέτει μια συγκεκριμένη ικανότητα ανάπτυξης, έτσι ώστε διάφορες επιλογές να είναι νοητές ή “επιλέξιμες”, οι οποίες στη συνέχεια θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταστούν αντικείμενο “πραγμάτευσης”.
Από την άλλη πλευρά, η καταφάσκουσα/επιβεβαιωτική κριτική χρησιμεύει για να υπερασπιστεί κάποιος τα δικά του συμφέροντα έναντι των άλλων. Σε αυτήν την κατηγορία εμπίπτουν κάθε είδους μισθολογικές διαφορές κ.λπ. Όλοι θέλουν ένα μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, χωρίς να αμφισβητείται επί τουπρακτέου η ίδια η πίτα, και ο τρόπος με τον οποίο παράγεται. Δηλαδή, επιμέρους πτυχές του καπιταλισμού (υποτίθεται ότι) επικρίνονται, αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε ο καπιταλισμός και οι μορφές του προϋποτίθενται τυφλά. Βελτιώσεις αναζητούνται εντός των καπιταλιστικών μορφών. Ανάγκες και συμφέροντα συλλαμβάνονται και απαιτούνται εντός αυτών των μορφών. Πρόκειται για συγκρούσεις διανομής και συμφερόντων εντός του καπιταλιστικού συστήματος· πρόκειται για την υποστήριξη και επιβεβαίωση ιδιαίτερων σημείων συμφερόντων. 2
Πρέπει να σημειωθεί προς γνώση, ότι ουδέν εξ αυτών των ιδιαίτερων σημείων θέσεων δε μπορεί -κάποιος να ισχυριστεί- να είναι με οποιονδήποτε τρόπο υπερβατικό, δηλαδή, προορισμένο να θρυμματίσει το καταναγκαστικό τυπικό πλαίσιο του καπιταλισμού, μέσω της θέσης του στη διαδικασία της αξιοποίησης (ή της υποτίμησης). Ή, με άλλα λόγια: τα ιδιαίτερα σημεία θέσεων των συλλογικών υποκειμένων δεν είναι πιο “επαναστατικά” από τα (αναποφεύκτως ιδαίτερα) σημεία θέσεων των μεμονωμένων υποκειμένων. Τα συλλογικά υποκείμενα λειτουργούν πάντοτε εντός της έντασης μεταξύ της εσωτερικής συνεργασίας και του εύτακτου ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι η πρώτη εξυπηρετεί το δεύτερο, η ανταγωνιστική συμπεριφορά μπορεί πάντοτε να επεκταθεί εσωτερικά: από τον πολιτικό πόλεμο εντός των “εθνών” έως την παράνοια του ενικού υποκειμένου. Το συλλογικό υποκείμενο, το προλεταριάτο, θεωρήθηκε η επαναστατική τάξη που καλούνταν να καταργήσει τον καπιταλισμό (ή αυτό που εννοούνταν από αυτόν). Τελικά, διεξήχθη ένας εμμενής αγώνας για αναγνώριση, ένας ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός, ένας αγώνας, που βασίζεται στις προϋποθέσεις των καπιταλιστικών μορφών, όπως η εργασία, η αξία, ο διαχωρισμός κλπ. Αυτό εις βάρος του οποίου σκανδάλισε ο μαρξισμός του εργατικού κινήματος, ήταν η παρακράτηση της υπεραξίας, και σε ουδεμία περίπτωση η ίδια η μορφή της αξίας, στην οποία ανήκει άρρηκτα το φαινόμενο της υπεραξίας. Το ίδιο το εργατικό κίνημα συνέβαλε στην εφαρμογή και γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής και της εργασίας. Με λίγες εξαιρέσεις, η βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη και η κυριαρχία της φύσης επιδοκιμάστηκαν ή θεωρήθηκαν μη προβληματικές (βλ. Schmied-Kowarzik 2018). Το πρόβλημα θεωρήθηκε ως η έλλειψη ελέγχου από το προλεταριάτο. Το προλεταριάτο, επομένως, έπρεπε να ανατρέψει το αστικό κράτος και να εφαρμόσει τις καπιταλιστικές “νομοτέλειες” προς το συμφέρον του (βλ. Kurz 2007, 43 κ.ε.· Kurz 1994, 79 κ.ε.). Έτσι, αναδύθηκε το “προλεταριακό κράτος” και η “σοσιαλιστική εμπορευματική παραγωγή”. Δηλαδή, το αποτέλεσμα ήταν ο “σοσιαλισμός του επωνύμου” (Robert Kurz). 3
Αν κάποιος θέλει να διεκδικήσει ανάγκες, κύρια θεμελιακές, τότε αυτό πρέπει αρχικά να συμβεί εντός των καπιταλιστικών μορφών. Είτε πρόκειται για το αίτημα για οικονομικά προσιτή στέγαση, ιατρική περίθαλψη, προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος, κλπ. Οι πολιτικοί απευθύνονται, και για να τους αναγκάσουν να συμβιβαστούν, οι άνθρωποι οργανώνονται. Όπως μπορεί να φανεί ξανά και ξανά σε πολλές περιοχές του κόσμου, τέτοιες διαμαρτυρίες συνήθως αγνοούνται, καταστέλλονται βάναυσα με ρόπαλα ή πυροβολισμούς (όπως, για παράδειγμα, στη Μαρικάνα της Νότιας Αφρικής κατά το 2012· βλ. Wildcat αρ. 94, σελ. 10 επ.). Ωστόσο, το γεγονός ότι προσδιορισμένα αιτήματα αρχικά (από ανάγκη) αρθρώνονται εμμενώς, δε σημαίνει, ότι πρέπει να παραμείνουν ως τέτοια. Ο Robert Kurz το θέτει ως εξής: “Αν κάποιος υπόκειται στις προσταγές ενός επικρατούντος συντάγματος και αυτό δεν μπορεί να καταργηθεί άμεσα, είναι φυσικά απαραίτητο να υπερασπίζεται και να απαιτεί βασικές ανάγκες μέσω αυτών των αρνητικών κοινωνικών μορφών”. Η διεκδίκηση αναγκών με αυτές τις μορφές, από ανάγκη, δε σημαίνει ότι τις δεσμεύει σε αυτές τις μορφές ή ακόμη και ότι τις αντιλαμβάνεται συνολικά με αυτές τις μορφές. Σε αντίθεση, η θεμελιακή ποιοτική διαφορά μεταξύ των υλικών και κοινωνικών αναγκών αφενός και του κυρίαρχου τυπικού/μορφικού προσδιορισμού τους αφετέρου πρέπει να γίνει συνειδητή (Kurz 2011, 118, έμφαση TM). Εάν αυτή η διαφορά ουδόλως γίνεται αντιληπτή, για παράδειγμα, επειδή οι μισθωτοί εργάτες ταυτίζονται με την καπιταλιστική ύπαρξή τους ή “με τη δική τους λειτουργία στον καπιταλισμό και διεκδικούν τις ανάγκες τους μόνο στο όνομα αυτής της λειτουργίας”, τότε “οι ίδιοι γίνονται “μάσκες χαρακτήρα” […] ενός συγκεκριμένου συστατικού του κεφαλαίου, δηλαδή της εργατικής δύναμης. Με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζουν ότι έχουν δικαίωμα να ζήσουν, μόνο εάν μπορούν να παράγουν υπεραξία” (Kurz 2013, 27, έμφαση TM).
Κάθε πιθανό μέτρο και ιδέα βρίσκει το όριό της στον περιορισμό της χρηματοδότησης: οι συλλογικές διαπραγματεύσεις γίνονται στη συνέχεια συνδημιουργία της δικής μας επισφάλειας, οι μεταρρυθμίσεις γίνονται μια εξέλιξη της φτώχειας και της διάβρωσης της αλληλεγγύης, και το μόνο που απομένει από την πολιτική, είναι μια εγκληματική “συνεργασία” εταιρικών συμφερόντων (φορολογική πολιτική, χαλαροί ή ανύπαρκτοι περιβαλλοντικοί νόμοι, συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών κλπ.). Η ικανότητα του κράτους να ενεργεί, συνδέεται επίσης με την οικονομική εφικτότητά του. Εάν αυτό φτάσει στα όριά του, το κράτος τελικά γίνεται άτακτο και αποσυντίθεται, μη διακριτό πλέον με ουδένα σημαντικό τρόπο από ένα σύνολο ανταγωνιστικών εγκληματικών συμμοριών (βλ. Bedszent 2014). Εάν ο διάδρομος των εμμενών “ευκαιριών για δράση” στενέψει, η καταφάσκουσα/επιβεβαιωτική κριτική καθίσταται άσχετη. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ή παρόμοια μέτρα σε χώρες, οι οποίες μαστίζονται από κρίση, όπως η Ελλάδα, ή ακόμη περισσότερο σε χώρες όπως το Ιράκ, δε θα ήταν τίποτα περισσότερο από ένα κακόβουλο αστείο/ανέκδοτο. Μια ερμηνεία αυτών των κοινωνικών καταστροφών σύμφωνα με το παραδοσιακό αριστερό σχήμα αστοχεί κατά πολύ: “Αυτό, το οποίο χαρακτηρίζει τη διαδικασία της κρίσης, δεν είναι μια πιθανή ενοποίηση των ταξικών ανταγωνισμών, αλλά μάλλον η κρισιακά επιβαλλόμενη εκδιάλυσή τους. Το προλεταριάτο -ή, γενικότερα, οι μισθωτοί -δεν συνεχίζει απλά να διογκώνεται. Εξαφανίζεται στην κρίση της εργασιακής κοινωνίας, καθώς μετατρέπεται, πρώτα σε κάτι επισφαλές και στη συνέχεια σε ένα στρατό οικονομικά περιττών […]. Αυτή η διαδικασία εκδιάλυσης της τάξης των μισθωτών είναι πολύ πιο προηγμένη στον αραβικό χώρο και στο χώρο της υποσαχάριας Αφρικής. Χρειάζεται πολλή φαντασία για να θέλει κάποιος να ερμηνεύσει τους βάναυσους πολιτικούς πολέμους στο Ιράκ, στη Συρία, στη Σομαλία ή στο Κονγκό ως μορφές ταξικής σύγκρουσης. […] Γιατί και η αστική τάξη έχει υποκύψει στη διάλυση, η οποία προκαλείται από την κρίση στην περιφέρεια […]. Αυτή η εξόντωση των καπιταλιστικών τάξεων από το λεηλατημένο κεφάλαιο ήδη εδραιώνεται στη νότια περιφέρεια της ΕΕ”. Στην Ελλάδα, η κρίση μαινόταν πιο άγρια στην εκεί μικροαστική τάξη, από ό,τι είχε ποτέ ονειρευτεί το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, οδηγώντας δεκάδες χιλιάδες καπιταλιστές σε χρεοκοπία μέσα σε λίγα μόνο χρόνια κρίσης. […] Στις ζώνες ανομικής κατάπτωσης, δεν υπάρχει πλέον “κυρίαρχη τάξη”, αλλά μάλλον ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο καλειδοσκόπιο μαφιόζικων […] ή πολεμικοοικονομικών φιγούρων ισχύος, οι οποίες γενικά ασκούν πολύ σύντομες θητείες” (Konicz 2020b, 346f.).
Όταν οι εμμενείς επιλογές δράσης καθίστανται άσχετες, δηλαδή “μη οικονομικά εφικτές”, είτε συμφωνεί κάποιος με την ίδια την εκτέλεσή του, είτε απαιτεί -θεωρητικά και πρακτικά- τροφή, στέγαση κλπ., ανεξάρτητα, από το αν αυτό είναι “οικονομικά εφικτό” ή όχι, ή με πόσο επιτυχημένα μπορεί κάποιος να πουλήσει την “εργατική δύναμή του”. Ο παραλογισμός των λεγόμενων αστικών ελευθεριών γίνεται σαφής όταν, για παράδειγμα, η πρόσβαση σε τρόφιμα περιορίζεται, εάν είναι απαραίτητο, με γκλομπ και δακρυγόνα, ενώ τα απούλητα τρόφιμα πετιούνται στα σκουπίδια ή απορρίπτονται με άλλο τρόπο. Η καταστροφή τροφίμων, παρά την πείνα, έχει ενταθεί ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 (βλ. Konicz 2021). Το κορυφαίο σημείο της αισχρότητας προσεγγίζεται, όταν όσοι σκοπεύουν να αντιταχθούν πρακτικά σε αυτή τη διάθεση και να ψαρέψουν το απούλητο ψωμί από τα σκουπίδια, τιμωρούνται από το λεγόμενο “κράτος δικαίου”. Τα όρια της “αστικής ελευθερίας” καθίστανται εξίσου σαφή όταν η “μαχόμενη δημοκρατία” εκδιώκει ανθρώπους από τα κατά τα άλλα άδεια διαμερίσματα. Προφανώς, ουδεμία άλλη χρήση πέραν της καπιταλιστικής προβλέπεται. Αυτό είναι προφανώς επίσης αδιαπραγμάτευτο στην πολυδιαφημισμένη δημοκρατία με τον υποτιθέμενο “πλουραλισμό” της. Εάν η αξιοποίηση της αξίας δεν είναι πλέον δυνατή, εάν η υπεραξία δε μπορεί να πραγματωθεί, τότε η δημοκρατία δεν εξετάζει καν την κινητοποίηση και διανομή πόρων και πλούτου σύμφωνα με κριτήρια, διαφορετικά από τα καπιταλιστικά, αντί να τα καταργεί ή να τα μειώνει λόγω έλλειψης “κερδοφορίας” (βλ. Kurz 1999a, 574ff.· βλ. επίσης Meyer 2020). Αντιθέτως! Η αστική κοινωνία έχει επανειλημμένα αποδείξει τα μέσα, που είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει για να σώσει τον καπιταλισμό από μια (υποτιθέμενη) σοσιαλιστική απειλή (βλ. Landa 2021). Το υπερκτίσμα/υπερδομή του πολιτικού φιλελευθερισμού (καθολική ψηφοφορία, κοινοβουλευτισμός, ελευθερία του τύπου κλπ.) έχει επανειλημμένα αποδειχθεί περιττό. Σε περιόδους αμφιβολίας, οι εκδικητές παρατάσσονται, για να υπερασπιστούν τη “μπουρζουάδικη τάξη” με κάθε κόστος. Ο ίδιος ο πυρήνας της αστικής δημοκρατίας αποκαλύπτεται σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η λεγόμενη ελεύθερη και δημοκρατική θεμελιακή τάξη δεν μπορεί επομένως να αποτελέσει αποτελεσματικό προπύργιο κατά του φασισμού. Αυτό καθίσταται απολύτως σαφές, για παράδειγμα, από ένα δεξιό εξτρεμιστή, που διετέλεσε (τέως) επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας για την Προστασία του Συντάγματος (βλ. Reuter 2019).
Το κοινωνικό λέγειν πρέπει να απελευθερωθεί από την εμμονή, εμποδίζοντας όλες τις επιλογές σκέψης και δράσης να προκαθορίζονται από την “οικονομική εφικτότητα” και από τυχόν παράλογες πολιτικές “έννοιες” ή “σχέδια”. Αυτό, ωστόσο, προϋποθέτει την αντίληψη των αντικειμενικών μορφών σκέψης και εἶναι εν τω κόσμω, και των φαινομενικά αυτονόητων αληθειών, που προκύπτουν από αυτές, συνολικά ως ιστορικές μεταβλητές, και την υποβολή τους σε ριζοσπαστική κριτική. Επομένως, δεν θα επρόκειτο για την εκπροσώπηση των “συμφερόντων των μισθωτών”, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές καταστροφές (βλ. Scholz 2020· βλ. επίσης Meyer 2019). Ο στόχος θα ήταν να ξεπεραστεί η ίδια η καπιταλιστική ύπαρξη, και επομένως, και τα λεγόμενα συμφέροντα, δηλαδή η “προγενέστερη, αφόρητη αστική μορφή βούλησης” (Kurz 2006, 397, η έμφαση στο πρωτότυπο), με τα οποία πρέπει να συμμορφωθεί κάποιος ως εργάτης για να “υπάρχει” σ’ αυτήν την κοινωνία. Για τον σκοπό αυτό, το κοινωνικό και οικολογικό ζήτημα θα έπρεπε να τεθεί, πέρα από το επίσημο πλαίσιο του καπιταλισμού και των ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων συμφερόντων. Πρέπει να επιμείνουμε, ότι ο καθένας έχει ένα υλικό δικαίωμα σε ιατρική περίθαλψη, στέγαση, τροφή κ.λπ., ανεξάρτητα από τυχόν οικονομικούς περιορισμούς, που υπαγορεύουν τι είναι και τι δεν είναι δυνατό: “Η κοινωνική γενικότητα ενός “συμφέροντος” που επί του πρακτέου εκτείνεται, πέρα από το σύγχρονο σύστημα παραγωγής εμπορευμάτων, θα ήταν, πρώτον, δυνατή μόνο ως μετα-συμφέρον, δηλαδή, ως η ανάπτυξη ενός συμφέροντος ενάντια στην ίδια την καπιταλιστική μορφή συμφέροντος. “Έτσι, κατά μία έννοια, το συμφέρον να μην χρειάζεται πλέον να διεξάγεται ένας αιώνιος “αγώνας συμφερόντων” που επιβάλλεται από τον αστικό ανταγωνισμό, κάτι που είναι δυνατό μόνο με τη θραύση της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης πραγμάτων στα ίδια της τα θεμέλια“ (Kurz 1999b, 71, έμφαση TM). Τα όρια της απαραίτητης δράσης, που επιβάλλονται από τους περιορισμούς της καπιταλιστικής επιταγής της αξιοποίησης, πρέπει επομένως να ξεπεραστούν. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι, πώς θα χρηματοδοτούνταν η προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος ή οι συντάξεις. Με τα λόγια του Knut Hüller: “Δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης των παραγωγικών δυνάμεων, πρέπει να τεθούν εντελώς διαφορετικά ερωτήματα. Για παράδειγμα, “Το θέλουμε (το χρειαζόμαστε) αυτό;” Έπειτα: “Έχουμε τα μέσα για αυτό;” Και επιπλέον: “Είναι αποδεκτές οι παρενέργειές του;” Μόλις καταργηθούν οι καπιταλιστικοί περιορισμοί, ανοίγονται τεράστιες ελευθερίες που ο καπιταλισμός δε μπορεί να εκμεταλλευτεί.” Συγκεκριμένα, όλα τα καθαρά “καπιταλιστικά” εμπόδια, τα οποία εμποδίζουν τους ανθρώπους να ασχολούνται με ουσιαστική δραστηριότητα προς το κοινό συμφέρον, απλώς και μόνο επειδή ουδέν όφελος προκύπτει και το οποίο ονομάζεται “κέρδος” για ένα προσδιορισμένο υποκείμενο, θα εξαλειφθούν“ (Hüller 2015, 375, η έμφαση στο πρωτότυπο).
Όσο δικαιολογημένη κι αν είναι η κριτική της υπάρχουσας πράξης και κάθε “φετιχισμού δράσης” (πρβλ. Böttcher 2019), η αναγκαιότητα μιας πρακτικής αμφισβήτησης και κατάργησης του καπιταλισμού παραμένει: “Σίγουρα, είναι αδύνατο να προβλέψουμε θεωρητικά ένα κίνημα κοινωνικής χειραφέτησης. Αλλά είναι δυνατό και απαραίτητο να συγκεκριμενοποιήσουμε θεωρητικά και αναλυτικά τα ζητήματα κατάργησης της εμπορευματικής μορφής και να αναπτύξουμε μια δημόσια αντιπαράθεση πάνω σε αυτά. Η θεωρητική εστίαση της κριτικής της αξίας πρέπει να αναπτύξει την κριτική θεωρία του φετιχισμού και της αξιακής μορφής, 4 αλλά δεν είναι υποχρεωμένη να διατηρήσει μια ακλόνητη σιωπή σε καθαρή αφαίρεση σχετικά με το ζήτημα της κατάργησης, ούτε χρειάζεται να περιμένει το κοινωνικό μαζικό κίνημα, όπως οι εσχατολογικοί Χριστιανοί περιμένουν την Ημέρα της Κρίσης” (Kurz 1997, 105). Θα ήταν, ωστόσο, “περισσότερο από αφελές να υποθέσουμε ότι ένα νέο κοινωνικό κίνημα υπό τις συνθήκες της κρίσης θα ξεκινούσε αμέσως με μια ριζοσπαστική κριτική του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων”. Αντιθέτως, είναι πιθανό ότι μια τέτοια προοπτική μπορεί να μεταδοθεί μόνο μέσω μιας αντιφατικής δημόσιας αντιπαράθεσης και μέσω εννοιολογικών διαφορών στους πρακτικούς αγώνες και στις συγκρούσεις” (ibid., 95, η έμφαση στο πρωτότυπο).
4. Η “αγάπη” για το χρήμα και η ψευδής αμεσότητα των ποικίλων “εναλλακτικών”
Είναι ζωτικής σημασίας να γνωρίσουμε το καταναγκαστικό πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας ως τέτοιο και να απαιτήσουμε την ικανοποίηση των κοινωνικών και οικολογικών αναγκών από αυτό. Αυτό ισχύει πάνω απ‘ όλα για κάθε είδους μέτρων λιτότητας, τα οποία οδηγούν στην αποδυνάμωση των υπηρεσιών, όπως η υγειονομική περίθαλψη, οι λεγόμενοι εκσυγχρονισμοί που στοχεύουν στη μείωση του κόστους (π.χ. ψηφιοποίηση) ή κάθε είδους αστικά ψευδομέτρα κατά της κλιματικής αλλαγής, κλπ. Το τελευταίο καθιστά ιδιαίτερα σαφές, πόσο παράλογα, και μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, εν τέλει δολοφονικά είναι τα “μέτρα προστασίας του κλίματος”, όταν εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση της συνεχιζόμενης δημιουργίας αξίας (φόρος CO2, πιθανώς σταδιακή κατάργηση οποιουδήποτε ίσως έως το 2050 και μετά, κλπ.). Αυτό είναι “το απαράβατο αξίωμα για όλες τις προτάσεις για την αλλαγή του κόσμου”. Λέγεται ότι κάτι πρέπει να γίνει για το περιβάλλον, αλλά σε ουδεμία περίπτωση εις βάρος της κυριαρχίας του χρήματος, ούτε εις βάρος της ισχύος μιας τρελής υποκειμενικότητας που κάνει όλες τις διαδικασίες αλλαγής κερδοφόρες […]” (Brodbeck 2012, 1124f., η έμφαση στο πρωτότυπο). Αυτό που πρέπει να γίνει, και αυτό που μπορεί να γίνει με τη βοήθεια της τεχνολογίας, μειώνεται στο σημείο, όπου οι μεμονωμένοι καπιταλιστές μπορούν να δημιουργήσουν κέρδος για τον εαυτό τους και ίσως να δημιουργήσουν ή να διατηρήσουν θέσεις εργασίας. Αυτό, που διακυβεύεται επί του πρακτέου (η προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος), καθίσταται έτσι δευτερεύον μέλημα. Με τα λόγια του Karl-Heinz Brodbeck: “Εάν αυτό οδηγήσει σε οποιαδήποτε μείωση της περιβαλλοντικής ζημίας, είναι αναγκαστικά μόνο μια παρενέργεια, επειδή μόνο κερδοφόρες λύσεις είναι δυνατές σε έναν κόσμο περιορισμών. Ο αριθμός των κερδοφόρων τεχνικών λύσεων για την πρόληψη της οικολογικής καταστροφής είναι σίγουρα πολύ μικρότερος από τον αριθμό των τεχνικά εφικτών και οικολογικά απαραίτητων λύσεων”. Συνεπώς, ακόμη και κάποιος που σκέφτεται μόνο με όρους λύσεων της αγοράς, πρέπει να αναρωτηθεί, αν από το πλήθος των τεχνικά εφικτών λύσεων για τον περιορισμό της πλανητικής καταστροφής, την εξάλειψη της πείνας κλπ., αυτό το υποσύνολο που μπορεί να αξιοποιηθεί κερδοφόρα, επαρκεί για να αντιστρέψει τις διακριτές τάσεις” (ibid., 1125, η έμφαση στο πρωτότυπο).
Πολλοί σίγουρα θα αντιτείνουν τον ισχυρισμό ότι η οικονομική σκοπιμότητα φτάνει στα όριά της υποστηρίζοντας, ότι δεδομένων των πολυάριθμων πακέτων διάσωσης μετά την κρίση του 2008 και μετά την πανδημία COVID-19, τέτοια όρια φαίνεται να είναι ανύπαρκτα ή μπορούν να μεταβάλλονται συνεχώς (όπως επιχειρηματολογεί η Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία): υπάρχει αρκετό χρήμα, απλώς πρέπει να κατανεμηθεί διαφορετικά. Αυτό αποκαλύπτει μια πραγμοποιημένη κατανόηση του χρήματος. Το ποσό του χρήματος εξισώνεται, για παράδειγμα, με την ποσότητα πατάτας. Κάποιος ενεργεί σαν τα 100 ευρώ να ήταν μια φυσική ποσότητα ανάλογη με 100 κιλά πατάτας. Με το χρήμα, κάποιος “έχει” μια ποσότητα και μπορεί να τη διαιρέσει. Εάν η προσφορά χρήματος είναι ανεπαρκής, τυπώνεται περισσότερο χρήμα, σαν να φυτεύεις ένα άλλο χωράφι με πατάτες. Επιπλέον, η “οικονομική εφικτότητα” εξισώνεται με υλικές δαπάνες ή με παρόμοιες σκέψεις. Έτσι, εάν κάτι δεν είναι οικονομικά εφικτό, θεωρείται ότι δε μπορούν να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες δαπάνες. Αυτό γίνεται σαφές, για παράδειγμα, στη δήλωση του Rainer Fischbach: “Για όλα όσα μπορεί να δημιουργήσει η ανθρώπινη κοινωνία, μπορεί επίσης να χρηματοδοτήσει” (Fischbach 2016, 205, η έμφαση στο πρωτότυπο). Μόνο αυτό, για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι, μπορεί να χρηματοδοτηθεί, πράγμα που σημαίνει, ότι αυτοί οι οικονομικοί πόροι, πρέπει πρώτα να έχουν εξαχθεί από μια διαδικασία αξιοποίησης. Αυτό που χρηματοδοτείται στη συνέχεια, συμβάλλει στην περαιτέρω αξιοποίηση του κεφαλαίου (αν και μπορεί να αποτύχει λόγω ανταγωνισμού) ή “εξαφανίζεται” μέσω της κατανάλωσης. Αυτό καθιστά σαφές ότι τα 100 ευρώ δεν είναι πάντοτε 100 ευρώ (πληθωρισμός, διακυμάνσεις τιμών κλπ., βλ. Kurz 1993, 140 κ.ε.). Το κεφάλαιο είναι μια φετιχιστική διαδικασία, επομένως το χρήμα δε μπορεί να καθοριστεί ως φυσική ποσότητα. Ή, με τα λόγια του Μαρξ: “Το χρήμα δεν είναι πράγμα, αλλά κοινωνική σχέση”. […] Αυτή η σχέση είναι μόνο ένας κρίκος σε ολόκληρη την αλυσίδα των οικονομικών σχέσεων και ως τέτοια συνδέεται στενά με αυτήν, και […] αυτή η σχέση αντιστοιχεί σε έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής στον ίδιο βαθμό με την ατομική ανταλλαγή” (Marx 1990, 107). Εάν η χρηματοδότηση γίνει ολοένα και πιο επισφαλής, μπορεί να επεκταθεί μέσω της πίστωσης. Ή μπορεί κάποιος να βελτιώσει την προσιτότητά της, μειώνοντας τη χρηματοδότηση. Οι πολιτικές λιτότητας και τα λεγόμενα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής μειώνουν τις δαπάνες, με την ελπίδα ότι η διαδικασία αξιοποίησης θα συνεχιστεί στη συνέχεια, έτσι ώστε οι υποδομές κλπ. να μπορούν να χρηματοδοτηθούν ξανά από τακτικούς φόρους. Ενόψει κρατικών χρεοκοπιών, πληθωρισμού, καταρρέουσας υποδομής, αυξανόμενου κόστους κλπ., η οικονομική εφικτότητα φτάνει στα όριά της. Οι προσπάθειες αποκατάστασης ή βελτίωσης της οικονομικής εφικτότητας είναι επομένως πιθανό να αποδειχθούν ολοένα και πιο μάταιες, και να μην οδηγήσουν σε τίποτα περισσότερο, από το να κάνουν τη ζωή ολοένα και πιο απίθανη εντός της σφαίρας των καπιταλιστικών πραγματικών κατηγοριών (κύρια επειδή η οικονομική εφικτότητα των ανθρώπων συνεπάγεται την επιτυχημένη, δηλαδή κερδοφόρα, πώληση της εργατικής δύναμης). Αυτό δε σημαίνει τίποτε άλλο, από το ότι η παραγωγή και η κατανάλωση περιορίζονται στη συμβολή τους στην αξιοποίηση της αξίας (Χ-Ε-Χ΄). Οι λιμοί και η ταυτόχρονη μαζική καταστροφή τροφίμων είναι το αποτέλεσμα. Αντί διάφοροι αριστεροί να επινοούν κάθε είδους εναλλακτικές χρηματοδοτικές έννοιες ή, ακολουθώντας μικροαστικές “κριτικές του καπιταλισμού”, εναλλακτικά νομίσματα (όπως κυρίαρχο χρήμα, περιφερειακά νομίσματα, βλ. Hüller 2014· βλ. Hüller 2015, 308 κ.ε.), θα ήταν καλό να διαδώσουν τις ταπεινώσεις και τις δολοφονικές συνέπειες των οικονομικών περιορισμών. Το σύνθημα θα έπρεπε να είναι “Κάτω το μισθολογικό σύστημα” (βλ. Marx 1955, 77) και σε ουδεμία περίπτωση “Φέρτε το εναλλακτικό μισθολογικό σύστημα” ή παρόμοιες χαζομάρες.
Τα λεγόμενα περιφερειακά νομίσματα αποτελούν θέμα συζήτησης στη μετα-ανάπτυξη (συμπεριλαμβανομένων αυτών των κοινών αγαθών και άλλων “εναλλακτικών οικονομιών”). Στόχος δεν είναι η κατάργηση του χρήματος ως χρηματικής μορφής, αλλά προφανώς μόνο “του λάθος χρήματος”. Ένα συχνό θέμα στις μικροαστικές κριτικές του καπιταλισμού είναι το ζήτημα του “σωστού χρήματος”, είτε πρόκειται για “υποτίμηση χρήματος” (σύμφωνα με τον Gesell), “χρήματος χρέους” (χρεωστικός τομέας) είτε για “χρήμα πλήρους αποθεματικού” (ειδικά με τη μορφή νομίσματος σε χρυσό) […]. Αυτό που έχουν όλοι κοινό, είναι ότι δε βλέπουν την εργασία ως πηγή αξίας, και το χρήμα ως έκφραση διαστρεβλωμένων κοινωνικών συνθηκών, αλλά μάλλον συνδέουν την ευημερία με εξιδανικευμένες έννοιες του χρήματος, ενώ τα πραγματικά παράπονα και η προσωπική απογοήτευση αποδίδονται στις υλικές ιδιότητες του σημερινού “λάθους” χρήματος (Hüller 2015, 308). Το αποτέλεσμα των περιφερειακών νομισμάτων θα ήταν η “ανακατεύθυνση της ζήτησης από απομακρυσμένους προμηθευτές σε τοπικούς. Η γενική εισαγωγή τοπικών νομισμάτων (όπως απαιτείται από ορισμένες φατρίες “κριτικών του χρήματος”) θα ισοδυναμούσε επομένως με αντιστροφή της διαδικασίας κοινωνικοποίησης, η οποία ήταν πάντα μια μυστική επιθυμία πολλών μικροαστών που υπέφεραν από τον καπιταλισμό” (ibid., 311, έμφαση TM).
Αυτό ακριβώς είναι το αποτέλεσμα που οι οικονομολόγοι της μετα-ανάπτυξης, όπως ο Νίκο Πάεχ, ελπίζουν να επιτύχουν με τα περιφερειακά νομίσματα. Θα μπορούσαν να “υποστηρίξουν τη χωρική αποσύνδεση” (Paech 2019, 117). Το πρόβλημα, υποστηρίζουν, έγκειται στις παγκόσμιες διασυνδέσεις που έχουν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης και έχουν πράγματι σχηματίσει παράξενα “δίκτυα παραγωγής και διανομής”, αλλά όχι στην καπιταλιστική λογική της αξιοποίησης, η οποία είναι επίσης εμφανής σε περιφερειακό επίπεδο. Για τον Πάεχ, ωστόσο, “[τα περιφερειακά νομίσματα] μπορούν να συνδέσουν την αγοραστική δύναμη με την περιοχή και έτσι να εξαλείψουν τις παγκόσμιες εξαρτήσεις (!). Με αυτόν τον τρόπο, τα πλεονεκτήματα ενός καταμερισμού εργασίας που βασίζεται στο χρήμα, θα εξακολουθούσαν να αξιοποιούνται (!), αλλά με μέτρο (!) και εντός ενός αποπαγκοσμιοποιημένου, και κατά συνέπεια πιο ανθεκτικού στις κρίσεις (!) και υπεύθυνου πλαισίου” (Paech 2014, 242).
Πρέπει να σκεφτεί κάποιος τι θα συνεπαγόταν μια “αντιστροφή της διαδικασίας κοινωνικοποίησης”, δηλαδή μια “δομική συρρίκνωση” των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, χωρίς την κατάργησή τους. Η επιστροφή στην ύπαιθρο, όπως εφαρμόζεται στην Ελλάδα, είναι βιώσιμη μόνο ως “λύση έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση κρίσης” για ένα μικρό αριθμό ανθρώπων, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των κατοίκων των πόλεων. Η επιστροφή στην ύπαιθρο, το στυλ “το μικρό είναι όμορφο”, 5 μια “μείωση του βαθμού εξωτερικής προσφοράς (!)” (Paech 2019, 113) θα οδηγούσε σε εξαθλίωση και πιθανώς σε λιμοκτονία για εκατομμύρια. Υπό το φως της επικείμενης κρίσης (ή κρίσεων), η οικονομική πολιτική μετά την ανάπτυξη θα μπορούσε να αποδειχθεί ένας βάναυσος τρόπος “διαχείρισης κρίσεων”.
Βεβαίως, δεδομένης της ενίοτε εντελώς παράδοξης φύσης των καπιταλιστικών αλυσίδων διανομής, είναι λογικό να χειριζόμαστε διάφορα πράγματα τοπικά. Ωστόσο, υπάρχουν πολλά πράγματα, που μπορούν να είναι μόνο αποτέλεσμα ενός πολύπλοκου καταμερισμού εργασίας ή ενός υλικο-τεχνικού καταμερισμού λειτουργιών και οργάνωσης, κάτι που ουδέποτε θα μπορούσε να γίνει τοπικά (όπως ο τεχνικός εξοπλισμός για ιατρική περίθαλψη, η παραγωγή φαρμάκων και η κατασκευή ηλιακών κυψελών, για να μην αναφέρουμε τις υποδομές: ύδρευση, συστήματα αποχέτευσης κλπ.). Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι “τοπικό ή παγκόσμιο”, αλλά μάλλον πώς θα φτάσουμε σε έναν τρόπο παραγωγής στον οποίο η παραγωγή και η διανομή να σχεδιάζονται και να εκτελούνται από όλα τα μέλη της κοινωνίας, χωρίς να παρεμβαίνει ένα φετιχιστικό μέσο, στο οποίο οι άνθρωποι υποβάλλονται στη συνέχεια. Λογικά, αυτό πρέπει να συμβαδίζει με την οικολογική βιωσιμότητα. Με τα λόγια του Robert Kurz: “Η αυτονομία δε σημαίνει να κάνεις τα πάντα μόνος σου και να επιβάλλεις την αναπαραγωγή κάτω από ένα στενόμυαλο κοινοτικό ήθος”. Η αυτονομία, αντίθετα, σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι οι κοινωνικοοικονομικές σχέσεις δεν υπόκεινται πλέον σε εξωτερικούς, παράλογους και φετιχιστικούς περιορισμούς, αλλά βασίζονται σε συνειδητή και ελεύθερη επικοινωνία που προσφέρει στο άτομο αυτονομία, ευκαιρίες για ανάπτυξη και τη δυνατότητα προσφυγής. Είναι επομένως αναγκαίο να καταλάβουμε ένα κοινωνικό πεδίο αυτονομίας με αυτή την έννοια, το οποίο μπορεί να ευδοκιμήσει, μόνο εάν δεν απομονωθεί οπισθοδρομικά, αλλά αντίθετα εισέλθει σε ποικίλες και εκτεταμένες σχέσεις, που μπορούν να διασπάσουν και να καταργήσουν τις ανορθολογικές εθνικές, θρησκευτικές και “εθνοτικές” αναφορές, οι οποίες έχουν γίνει πρότυπα αποκλεισμού και ανταγωνισμού στην ιστορία της νεωτερικοποίησης, αντί να τις εδραιώσουν (Kurz 1997, 78f.). Εν όψει της άγνοιας αυτής της “αυτονομίας”, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το κίνημα μετα-ανάπτυξης βρίσκει επίσης ακρόαση και αναγνώριση σε δεξιούς και ακροδεξιούς κύκλους. 6
5. Υλικός έναντι αφηρημένου πλούτου –Σχετικά με την κριτική της ανάπτυξης
Δεδομένης της διττής φύσης του καπιταλιστικού πλούτου, παραμένει ασαφές τι ακριβώς σημαίνει “περισσότερο”, “λιγότερο”, “μεγαλώνει” ή “συρρικνώνεται”. Ακολουθώντας τον Ortlieb, σε αντίθεση με το κίνημα μετα-ανάπτυξης, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από “μια ιστορικά ειδική διττή έννοια του πλούτου, όπως αντιπροσωπεύεται στο διττό χαρακτήρα του εμπορεύματος και της εργασίας” (πρβλ. Ortlieb 2009, 23· πρβλ. επίσης Postone 2003, 287 κ.ε.). Έτσι, στον καπιταλισμό, η αξία ως κυρίαρχη μορφή πλούτου έρχεται σε αντίθεση με τον υλικό πλούτο. Ένα θεμελιώδες σφάλμα στη συλλογιστική έγκειται στην εξίσωση αυτών των δύο μορφών πλούτου, όπως συμβαίνει στο κίνημα μετα-ανάπτυξης. Αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι η συσσώρευση αξίας, δηλαδή η παραγωγή υπεραξίας, δηλαδή η παραγωγή αφηρημένου πλούτου, και όχι η παραγωγή υλικού, δηλαδή ενεργού, πλούτου, παρόλο που ο τελευταίος “παραμένει αναγκαίος ως φορέας αξίας” (Ortlieb 2009, ό.π.). Πρέπει να σημειωθεί ότι “ο υλικός πλούτος στην αναπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι ο ίδιος με αυτόν στις μη καπιταλιστικές κοινωνίες. Αντίθετα, οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται διαμορφώνονται οι ίδιες από τον πλούτο που βασίζεται στην αξία” (ibid., 27). Όπως έχει ήδη περιγράψει ο Μαρξ στο “Απόσπασμα περί των Μηχανών” των Grundrisse, αυτές οι δύο μορφές πλούτου έρχονται όλο και περισσότερο σε αντίφαση λόγω της καπιταλιστικής δυναμικής της αξιοποίησης. Ο Μαρξ περιέγραψε αυτή τη δυναμική του κεφαλαίου ως μια “αντίφαση διαδικασίας/αντίφαση του ενός προτσές προς το άλλο” που “επιδιώκει να μειώσει το χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη πλευρά καθιερώνει το χρόνο εργασίας ως το μοναδικό μέτρο και πηγή πλούτου” (Marx 1953, 593). Αλλά μόλις “η εργασία στην άμεση μορφή της παύει να είναι η μεγάλη πηγή πλούτου, ο χρόνος εργασίας παύει και πρέπει να παύσει να είναι το μέτρημά του, και επομένως η ανταλλακτική αξία (το μέτρο) της αξίας χρήσης» (ibid.). Αυτή η συνεχιζόμενη αντίφαση θέτει σε κίνηση μια δυναμική που τελικά οδηγεί στην “κατάρρευση της παραγωγής που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία” (ibid.). Ο καπιταλισμός προχωρά έτσι προς ένα εσωτερικό όριο.
Κατά το κίνημα μετα-ανάπτυξης, ο καπιταλισμός βρίσκει ένα εξωτερικό όριο στην πεπερασμένη διαθεσιμότητα πόρων. Ένα εσωτερικό όριο, δηλαδή ένα όριο εγγενές στη διαδικασία αξιοποίησης του ίδιου του κεφαλαίου και όχι στον περιορισμό των πόρων, παραμένει αδιευκρίνιστο και προφανώς αδιανόητο στο πλαίσιο του κινήματος μετα-ανάπτυξης. Έτσι, παραμένει ασαφές, ποιοι είναι οι ακριβείς κοινωνικοί μηχανισμοί που επιβάλλουν την ανάπτυξη.
Παρόλο που η υλική παραγωγή αυξάνεται συνεχώς, αυτό δε σημαίνει ότι το ίδιο ισχύει και για την παραγωγή και την πραγμάτωση αξίας ή υπεραξίας. Όπως έδειξε ο Ortlieb (βλ. Ortlieb 2009· βλ. επίσης Kurz 1994, 1986), η αξία ενός ενικού/μεμονωμένου εμπορεύματος συρρικνώνεται, καθώς αυξάνεται η παραγωγικότητα, έτσι ώστε ένα εμπόρευμα τείνει να ενσωματώνει λιγότερη εργασία. Η συνολική μάζα αξίας μειώνεται, εκτός εάν η μειούμενη αξία ανά εμπόρευμα αντισταθμίζεται με το παραπάνω από την αύξηση της συνολικής εμπορευματικής παραγωγής μέσω της επέκτασης της αγοράς, της μείωσης των σταθερών εξόδων, της επιτάχυνσης της μεταφοράς, της μείωσης των χρόνων αποθήκευσης, του χαμηλότερου κόστους εργασίας κλπ. Αυτοί οι αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη σειρά τους, έχουν τα όριά τους και δε μπορούν να παραταθούν επ’ αόριστον. Σε κάθε περίπτωση, συμπεριλαμβάνοντας το επίπεδο της θεωρίας της αξίας, γίνεται σαφές, ότι η επιτακτική ανάγκη υλικής ανάπτυξης για τη δημιουργία αξίας παράγεται δυναμικά (Χ-Ε-Χ΄!).
Το ενικό/μεμονωμένο κεφάλαιο (δηλαδή, οι ιδιωτικές και κρατικές επιχειρήσεις) πραγματώνει στη συνέχεια αυτό το μερίδιο της συνολικής κοινωνικά παραγόμενης (υπεραξίας), δηλαδή την (υπεραξιακή) μάζα, την οποία μπορεί να προσελκύσει μέσω του ανταγωνισμού, και σε ουδεμία περίπτωση αυτό το μερίδιο που παράγεται μέσα στους τέσσερις τοίχους του (βλ. Μαρξ 1953, 444 κ.ε.). Στον ανταγωνισμό, υπερισχύει αυτός που προσφέρει τη χαμηλότερη τιμή, δηλαδή αυτός που μειώνει με τη μεγαλύτερη επιτυχία το κόστος του. Αυτό σημαίνει ότι το κεφάλαιο, που υπονομεύει με τη μεγαλύτερη επιτυχία τη βάση της αξιοποίησης, δηλαδή την αξιοποίηση της εργατικής δύναμης, υπερισχύει στον ανταγωνισμό. Κατά τη διάρκεια της Τρίτης Βιομηχανικής Επανάστασης, η απολύτως πιο κερδοφόρα εργασία εξορθολογίζεται από το ότι μπορούν να δημιουργηθούν νέοι τομείς έντασης εργασίας. Ο καπιταλισμός βρίσκεται έτσι σε μια θεμελιακή κρίση αξιοποίησης. Μια έκφραση (όχι αιτία!) αυτού είναι ο ασύγκριτα επεκτεινόμενος χρηματοπιστωτικός τομέας των τελευταίων δεκαετιών. Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός μπορεί να αναβάλει την υποτίμηση μέσω φαινομενικά ατελείωτων πιστωτικών αλυσίδων και κρατικού χρέους. Αν αυτό αποτύχει, ωστόσο, αν ο καπιταλισμός δεν μπορεί πλέον να κινητοποιήσει τον πλούτο, που παράγει σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια, η παραγωγή θα σταματήσει, οι υποδομές θα μειωθούν και θα κλείσουν. Αν η πρόσθετη/υπέρ-αξία δεν μπορεί πλέον να πραγματωθεί μέσω επιτυχημένων πωλήσεων, τότε η αντίστοιχη παραγωγή είναι, ή ήταν, κοινωνικά άκυρη, και οι ανάγκες που δεν μπορούν πλέον να εκφραστούν σε ενεργό ζήτηση, είναι άκυρες. Αυτό σημαίνει, ότι σε μια κοινωνία, που μαστίζεται από κρίση, η παραγωγή και η κατανάλωση μειώνονται ούτως ή άλλως λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, και οι περιοχές που εξακολουθούν να υπόσχονται δυνατότητες εκμετάλλευσης ή εξοικονόμησης, αξιοποιούνται ακόμη πιο ανελέητα. Συνεπώς, κατά τη διαδικασία συρρίκνωσης της μάζας της αξίας, μπορεί να προκληθούν ακόμη μεγαλύτερες περιβαλλοντικές ζημιές και ακόμη μεγαλύτερα απόβλητα, σαν να μην υπήρχε αύριο (αρκεί να σκεφτεί κάποιος την επιταχυνόμενη καταστροφή των τροπικών δασών).
Συντρέχει, επομένως, μια κρίση ανάπτυξης του αφηρημένου πλούτου. Ωστόσο, αν και η υλική παραγωγή και η κατανάλωση ενέργειας δε συρρικνώνονται, η συνολική κοινωνική αξία δεν αυξάνεται, καθώς το μέρος της δαπανημένης εργασίας, που μπορεί να δαπανηθεί κερδοφόρα, χωρίς να επεκταθεί το δυναμικό της για εκμετάλλευση μέσω πίστωσης -δηλαδή, προβλέποντας μελλοντική υπεραξία- μειώνεται. Η πρόβλεψη μελλοντικής υπεραξίας μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω επιτυχούς εκμετάλλευσης, δηλαδή, μέσω της συσσώρευσης εφαρμοσμένης εργατικής δύναμης και της επιτυχούς πώλησης των αντίστοιχων αγαθών, όπως συνέβαινε ακόμα και στο φορντισμό. Εάν αυτό δε συμβεί, ο καπιταλισμός διατηρεί το παρόν του καταναλώνοντας το μέλλον του. Στον απόηχο των σοκ υποτίμησης, η οικονομία πράγματι συρρικνώνεται. Αυτό ουδεμία σχέση έχει με την αυξανόμενη επίγνωση της ανάγκης για πιο οικονομική και βιώσιμη χρήση των πρώτων υλών κλπ., αλλά μάλλον είναι αποτέλεσμα περιορισμών, που επιβάλλονται από το κριτήριο της προσιτής τιμής. Αυτό που δε μπορεί να χρηματοδοτηθεί, επειδή δεν έχει δαπανηθεί κερδοφόρα αρκετή εργασία σε ολόκληρη την κοινωνία, κλείνει. Επειδή όλα αυτά δεν αντιμετωπίζονται, το κίνημα μετα-ανάπτυξης είναι συμβατό με την κατασταλτική διαχείριση κρίσεων (αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση του αντιδραστικού “οικονομολόγου υγείας και περιβάλλοντος” Hans-Peter Studer, ο οποίος θέλει αρκετά ανοιχτά να συρρικνώσει τον ιατρικό τομέα για λόγους κόστους (!), βλ. Meyer 2021, 164f.).
6. Διαλεκτική Φύσης-Κοινωνίας
Η μεταβολική διαδικασία με τη φύση (η οποία είναι επίσης μια μεταβολική διαδικασία της κοινωνίας με τον εαυτό της) προϋποθέτει, αφενός, την άνθηση της φύσης. Από την άλλη πλευρά, αυτή η μεταβολική διαδικασία διαμεσολαβείται από την τεχνολογία. Η τεχνολογία δεν είναι αυθαίρετη. Αντίθετα, βασίζεται σε μια ορισμένη προσβασιμότητα της φύσης (διαθέσιμες και αποικοδομήσιμες πρώτες ύλες, τεχνικά εκμεταλλεύσιμες δυνατότητες). Η τεχνολογία χρησιμεύει για την εξαγωγή ενέργειας και κατάλληλου μετασχηματισμού υλικών από τη φύση, κάτι που συνεπάγεται κάποιο είδος παρέμβασης στη φύση. Η φύση δεν παραμένει ταυτόσημη με τον εαυτό της: η δυναμική της πρέπει να ενσωματωθεί στη μεταβολική διαδικασία με τη φύση. Η φύση δεν πρέπει μόνο να καταναλώνεται, αλλά και να (ανα)παράγεται (βιώσιμη γεωργία, για παράδειγμα). Κρίσιμης σημασίας εδώ είναι οι ροές υλικών και ενέργειας κατά τη διάρκεια ολόκληρης της διαδικασίας παραγωγής και διανομής, και πώς αυτές επηρεάζουν τη φύση (και πώς αυτό, με τη σειρά του, επηρεάζει την (ανα)παραγωγή, π.χ., εξάντληση του εδάφους -προβλήματα καλλιέργειας- κίνδυνοι επισιτιστικής ασφάλειας). Η αντίστοιχη γνώση και η εφαρμογή της πρέπει σαφώς να αναπτυχθούν, κύρια σε αντίθεση προς τους λεγόμενους χρηματοδοτικούς περιορισμούς και προς το υποκείμενο κίνητρο κέρδους του κεφαλαίου. Πρέπει να τονιστεί ότι ο απαραίτητος χρονικός ορίζοντας για αυτό πρέπει να διαφέρει θεμελιακά από μια “καπιταλιστική νοοτροπία” (τριμηνιαία στοιχεία κλπ.). Δεδομένου ότι το κεφάλαιο προσπαθεί πάντοτε να μειώσει το χρόνο παραγωγής, σαφώς αγνοεί το χρόνο παραγωγής της φύσης, όπως έχει ήδη αναγνωρίσει ο Μαρξ σε σχέση με τη δασοκομία: “Ο μεγάλος χρόνος παραγωγής (ο οποίος περιλαμβάνει σχετικά μικρό χρόνο εργασίας) και επομένως η διάρκεια των περιόδων κύκλου εργασιών της καθιστά τη δασοκομία έναν δυσμενή ιδιωτικό και επομένως καπιταλιστικό κλάδο της βιομηχανίας, ο οποίος είναι ουσιαστικά μια ιδιωτική επιχείρηση, ακόμη και αν εμφανίζεται ο συνδεδεμένος καπιταλιστής αντί του μεμονωμένου καπιταλιστή. Η ανάπτυξη του πολιτισμού και της βιομηχανίας γενικότερα ήταν πάντα τόσο ενεργή στην καταστροφή των δασών, που, αντίθετα, όλα όσα έχει κάνει για τη διατήρηση και την παραγωγή τους είναι εντελώς αμελητέα» (Μαρξ 1975, 246f.· πρβλ. επίσης Saito 2016, 292ff.). Είναι σαφές ότι μια καθαρά επιχειρηματική προοπτική είναι θεμελιωδώς ανίκανη να εξετάσει το “χρόνο παραγωγής της φύσης”, καθώς ενδιαφέρεται μόνο για τις αντίστοιχες “ταμειακές ροές” και το “κόστος” του δικού της κεφαλαίου. Αν ληφθούν υπόψη πτυχές, πέρα από αυτήν την καθαρά καπιταλιστική προοπτική, αυτό γίνεται συνήθως μόνο εκ των υστέρων και συχνά ως άσκοπες ή αναποτελεσματικές προσπάθειες του κράτους να αποζημιώσει για ζημίες ή να παρέμβει μέσω κανονισμών (π.χ. μέσω φόρων ή τεχνολογιών end-of-pipe).
Μια διαλεκτική φύσης-κοινωνίας θα έπρεπε επομένως να επεξεργαστεί “πώς εμείς οι άνθρωποι, στην κοινωνική μας πρακτική, κυριαρχούμε επ’ αυτής και ταυτόχρονα αγκαλιάζουμε τη φύση” (Schmied-Kowarzik 2018, 115). Θα ήταν επομένως απαραίτητο να καταδειχθεί, ποιες κοινωνικές και τεχνολογικές (παραγωγικές) διαδικασίες έχουν ποιες επιπτώσεις και πώς αυτές οι επιπτώσεις μπορούν να διορθωθούν. Η μεταβολική διαδικασία με τη φύση θα έπρεπε επομένως να “ενσωματωθεί στη συνειδητή ρύθμιση της κοινωνικής παραγωγής” (Saito 2016, 198), κύρια μέσω μιας κοινωνικής συναίνεσης για τη λογική χρήση της φύσης και των πρώτων υλών της. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό για τις πρώτες ύλες, που δεν είναι ανανεώσιμες. Γι’ αυτό, “θα απαιτούνταν μια ορθολογική οργάνωση της κοινωνίας. Από αυτή την άποψη, ο λόγος δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μια σκέψη για τις αλληλεπιδράσεις της φύσης στη συνείδηση, και την αντίστοιχη συμπεριφορά στον κοινωνικό μετασχηματισμό της φύσης, η οποία αποφεύγει την άσκοπη εκμετάλλευση και τις καταστροφικές παρενέργειες” (Kurz 2002). Αυτό δεν είναι απλώς ένα ποσοτικό πρόβλημα. Η καταστροφική καπιταλιστική εκμετάλλευση και κατανάλωση της φύσης δε μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς με το κλείσιμο και την κατάργηση. Οι προτάσεις ορισμένων οικοσοσιαλιστών, όπως ο Bruno Kern και ο Saral Sarkar (της Πρωτοβουλίας Οικο-Σοσιαλισμού), για εγκατάλειψη της “βιομηχανίας” ως τέτοιας -μετά, το κίνημα της μετα-ανάπτυξης- προκειμένου να προωθηθεί ο οικοσοσιαλισμός κυρίως σε τοπικό επίπεδο, είναι κάπως πρόωρες (βλ. Sarkar 2010· βλ. επίσης Kern 2019). Αντίθετα, η επικέντρωση θα πρέπει να είναι στο “μετασχηματισμό των ίδιων των υλικών συνθηκών παραγωγής σε κοινωνικό επίπεδο και στην ανάδειξη των αναγκών, καθώς και της διατήρησης των φυσικών θεμελίων, ως στόχο. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί πλέον να υπάρχει ανεξέλεγκτη ανάπτυξη σύμφωνα με το αφηρημένο, γενικό κριτήριο της λεγόμενης επιχειρηματικής ορθολογικότητας. Οι διάφορες πτυχές της κοινωνικής αναπαραγωγής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην εγγενή λογική τους”. Για παράδειγμα, η ιατρική περίθαλψη και η εκπαίδευση δεν μπορούν να οργανωθούν κατά το ίδιο μοντέλο με την παραγωγή τρυπανιών ή ρουλεμάν. […] Μέσα στην ίδια τη βιομηχανία, η λογική της αξίας, η οποία μετατρέπει τις παραγωγικές δυνάμεις σε καταστροφικές δυνάμεις, και ταυτόχρονα αραιώνει ζωτικούς τομείς λόγω έλλειψης “κερδοφορίας”, πρέπει επίσης να ξεπεραστεί. Η κινητικότητα, για παράδειγμα, δε μπορεί απλώς να εξαλειφθεί ή να μειωθεί στο επίπεδο των γαϊδουροκαμάτων, αλλά μάλλον να μετατραπεί από την καταστροφική μορφή της ιδιωτικής μεταφοράς αυτοκινήτων σε ένα ποιοτικά νέο δίκτυο δημόσιων συγκοινωνιών. Τα “περιττώματα της παραγωγής” (Μαρξ) δε μπορούν πλέον να απορρίπτονται στη φύση, αντί να εντάσσονται σε ένα βιομηχανικό κύκλο. Και η καπιταλιστική “κουλτούρα της καύσης” δε μπορεί να διατηρηθεί. Απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση στα ορυκτά καύσιμα. Τέλος, καθίσταται απαραίτητο να οργανωθούν συνειδητά κοινωνικά εκείνες οι στιγμές αναπαραγωγής, που δε μπορούν να συλληφθούν από την αξία και την αφηρημένη εργασία, οι οποίες έχουν αποσυνδεθεί από την επίσημη κοινωνία, και ιστορικά έχουν ανατεθεί στις γυναίκες (οικιακές εργασίες, φροντίδα παιδιών, φροντίδα ηλικιωμένων κλπ.), και να αποσυνδεθούν από την έμφυλη καθήλωσή τους. Μια τέτοια ολοκληρωμένη διαφοροποίηση της βιομηχανικής παραγωγής και των υπηρεσιών σύμφωνα με καθαρά περιεχομενικά κριτήρια είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τον αφηρημένο αντιβιομηχανισμό. Αλλά, απαιτεί την κατάργηση της καπιταλιστικής ορθολογικότητας, της σύνθεσης μέσω της αξίας και των συνεπακόλουθων επιχειρηματικών υπολογισμών (Kurz 2013, 29f.).
7.Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Τα “προβληματικά πεδία” που περιγράφονται εδώ, θα πρέπει να αποτελούν μέρος του θεωρητικού ελάχιστου κάθε κριτικής του καπιταλισμού. Η δυσφορία ή η ταλαιπωρία εντός αυτής ή από τη νεωτερικότητα δεν οδηγεί αυτόματα σε ριζοσπαστική κριτική. Συχνά, μεμονωμένες πτυχές επισημαίνονται και ανακηρύσσονται το κεντρικό πρόβλημα, και η προκύπτουσα “εναλλακτική” συχνά ισοδυναμεί με κάτι περισσότερο από μια συνέχιση του status quo. Παρά τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης (κλιματική αλλαγή, κλπ.) και την ανάγκη αντίθεσης σε κάθε είδους επιβολές, δεν πρέπει να εμμονευόμαστε με την τυφλή και ανόητη “ανάληψη δράσης”, χωρίς ουδεμία εμβριθή θεωρία, καταφεύγοντας σε ψευδοκριτικές, ψευδαισθησιακές εναλλακτικές λύσεις. Αυτό αποφεύγει επί του πρακτέου την αναγκαία θεωρητική και πρακτική κριτική, και στη χειρότερη περίπτωση καθίσταται μέρος ενός καταπιεστικού συστήματος (αυτο)διαχείρισης κρίσεων. Πολύ συχνά, κάποιοι πολύ εύκολα τοποθετούνται ως ήδη υπάρχοντες, πέρα από τον καπιταλισμό, παρόλο που οι υποτιθέμενες εναλλακτικές τους βασίζονται απλώς σε υποκατάστατα της αγοράς και του κράτους. Η παρόρμηση να γίνουν πρακτικοί και να θεωρηθούν τα καθαρά έμφυτα προσωρινά κενά ως σε μεγάλο βαθμό το τέλος της γραμμής, πρέπει να αντιμετωπισθεί αποφασιστικά, ακόμη και αν αποδειχθεί λογικό να χρησιμοποιηθούν “πραγματικοί χώροι για ελιγμούς”. Είναι επομένως απαραίτητο να επιμείνουμε στην αναγκαιότητα μιας κατηγορικής κριτικής με την έννοια μιας “συγκεκριμένης ολότητας” (Scholz 2009). Με αυτήν την κριτική, θα ήταν δυνατό εξαρχής να εξαλειφθούν οι ψευδο-εναλλακτικές, που δε θα ισοδυναμούσαν με τίποτα περισσότερο από την κρίση και την (αυτο)διαχείριση του περιττού από το περιττό (ακόμα και μέσω “εναλλακτικών χώρων” στους οποίους κάποιος ενθαρρύνεται να “διαμορφώνει” αυτόνομα την ετερονομία του εαυτού του και των άλλων). Το καθήκον της αριστεράς, ή μάλλον των χειραφετητικών δυνάμεων, είναι επομένως, σε αντίθεση προς τις ζημιογόνες αριστερές συνήθειες, να μην αρνείται πλέον την κατηγορική κριτική. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να αναμένεται από εκείνους τους αριστερούς που κολλάνε και λιμνάζουν στη “σκηνή” τους (μπορεί κάποος να διαπιστώσει ποια απολιθώματα εξακολουθούν να υπάρχουν στο ετήσιο συνέδριο του Μουσείου Ρόζα Λούξεμπουργκ στο Βερολίνο).
Βιβλιογραφία
Autor/-innenkollektiv: Wildcat Nr. 94, Köln Frühjahr 2013.
Bedszent, Gerd: Zusammenbruch der Peripherie – Gescheiterte Staaten als Tummelplatz von Drogenbaronen, Warlords und Weltordnungskriegern, Berlin 2014
Böttcher, Herbert: Kapitalismuskritik und Theologie – Versuch eines Gesprächs zwischen wert-abspaltungskritischem und theologischem Denken, in: Nein zum Kapitalismus, aber wie?, 2. Aufl., Koblenz 2015,117–163.
Böttcher, Herbert: Wir müssen doch etwas tun! – Handlungsfetischismus in einer reflexionslosen Gesellschaft, 2019, auf exit-online.org, zuerst in: Ökumenisches Netz Rhein-Mosel-Saar (Hg.): Die Frage nach dem Ganzen – Zum gesellschaftskritischen Weg des Ökumenischen Netzes anlässlich seines 25jährigen Bestehens, Koblenz 2018, 357–380.
Brodbeck, Karl-Heinz: Die Herrschaft des Geldes – Geschichte und Systematik, Darmstadt 2. Aufl. 2012.
Ebert, Georg; Koch, Gerhard; Matho, Fred; Milke Harry: Ökonomische Gesetze im gesellschaftlichen System des Sozialismus, Berlin 1969.
Fischbach, Rainer: Mensch, Natur, Stoffwechsel – Versuche zur Politischen Technologie, Köln 2016.
Hüller, Knut: Der unkapitalistische Kapitalismus der C. Felber & Co – Warum Geld die Geldwirtschaft nicht vor sich selber retten kann, 2014, auf streifzuege.org.
Hüller, Knut: Kapital als Fiktion – Wie endloser Verteilungskampf die Profitrate senkt und ›Finanzkrisen‹ erzeugt, Hamburg 2015.
Kern, Bruno: Das Märchen vom grünen Wachstum – Plädoyer für eine solidarische und nachhaltige Gesellschaft, Zürich 2019.
Kloos, Dominic: Alternativen zum Kapitalismus – Im Check: Gemeinwohlökonomie, in: Ökumenisches Netz Rhein-Mosel-Saar (Hg.): Die Frage nach dem Ganzen – Zum gesellschaftskritischen Weg des Ökumenischen Netzes anlässlich seines 25jährigen Bestehens, Koblenz 2018, 299–356.
Konicz, Tomasz: Der linke Blödheitskoeffizient – Dummheit ist der beste Verbündete des linken Opportunismus – dies macht der aktuelle Krisenschub mal wieder evident, 2020a, auf exit-online.org.
Konicz, Tomasz: Klimakiller Kapital – Wie ein Wirtschaftssystem unsere Lebensgrundlagen zerstört, Wien/Berlin 2020b
Konicz, Tomasz: Pandemie des Hungers, 2021, auf exit-online.org.
Kurz, Robert: Antiökonomie und Antipolitik – Zur Reformulierung der sozialen Emanzipation nach dem Ende des »Marxismus«, in: Krisis – Beiträge zur Kritik der Warengesellschaft Nr.19, Bad Honnef 1997, 51–105.
Kurz, Robert: Der Kollaps der Modernisierung – Vom Zusammenbruch des Kasernensozialismus zur Krise der Weltökonomie, Leipzig 1994.
Kurz, Robert: Die Krise des Tauschwerts – Produktivkraft Wissenschaft, produktive Arbeit und kapitalistische Reproduktion, 1986, auf exit-online.org.
Kurz, Robert: Die Welt als Wille und Design – Postmoderne, Lifestyle-Linke und die Ästhetisierung der Krise, Berlin 1999b.
Kurz, Robert: Es rettet euch kein Leviathan – Thesen zu einer kritischen Staatstheorie II, in: exit! – Krise und Kritik der Warengesellschaft Nr.8, Berlin 2011, 109–162.
Kurz, Robert: Faule Dissidenz – Merkmale eines Syndroms destruktiver Opposition in der kritischen Theorie, in: exit! – Krise und Kritik der WarengesellschaftNr.14, Angermünde 2017, 70–94.
Kurz, Robert: Gesellschaftliche Naturkatastrophen, 2002, auf exit-online.org.
Kurz, Robert: Grau ist des Lebens goldener Baum und grün die Theorie – Das Praxis-Problem als Evergreen verkürzter Kapitalismuskritik und die Geschichte der Linken, in: exit! – Krise und Kritik der Warengesellschaft Nr.4, Bad Honnef 2007, 15–106.
Kurz, Robert: Marx Lesen! – Die wichtigsten Texte von Karl Marx für das 21. Jahrhundert. Herausgegeben und kommentiert von Robert Kurz, Frankfurt 2006.
Kurz, Robert: Marxsche Theorie, Krise und Überwindung des Kapitalismus – Fragen und Antworten zur historischen Situation radikaler Gesellschaftskritik, in: ders.: Der Tod des Kapitalismus – Marxsche Theorie, Krise und Überwindung des Kapitalismus, Hamburg 2013, 19–32, auch auf exit-online.org.
Kurz, Robert: Potemkins Rückkehr – Attrappen-Kapitalismus und Verteilungskrieg in Deutschland, Berlin 1993.
Kurz, Robert: Schwarzbuch Kapitalismus – Ein Abgesang auf die Marktwirtschaft, Frankfurt 1999a, auch auf exit-online.org.
Kurz, Robert: Weltkapital – Globalisierung und Innere Schranken des warenproduzierenden Systems, Berlin 2005.
Landa, Ishay: Der Lehrling und sein Meister – Liberale Traditionen und Faschismus, Berlin 2021, zuerst Leiden/Boston 2010.
Marx, Karl: Das Elend der Philosophie (in: MEW 4), 11. Aufl., Berlin 1990.
Marx, Karl: Das Kapital Bd. 2 (MEW 24), 17. Aufl., Berlin 1975.
Marx, Karl: Grundrisse der Kritik der Politischen Ökonomie, Berlin 1953.
Marx, Karl: Lohn, Preis und Profit, 8. Aufl., Berlin 1955.
Marx, Karl: Zur Kritik der Hegelschen Rechtsphilosophie – Einleitung (in: MEW 1), 3. Aufl., Berlin 1958.
Meyer, Thomas: »Aspekte des neuen Rechtsradikalismus« und die totalitäre Demokratie, 2020, auf exit-online.org.
Meyer, Thomas: »Neue Klassenpolitik«? – Kritische Anmerkungen zu aktuellen Diskursen, 2019, auf exit-online.org.
Meyer, Thomas: Alternative zum Kapitalismus – Im Check: Postwachstumsbewegung, Commons und die Frage nach der ›gesellschaftlichen Synthesis‹, in: exit! – Krise und Kritik der Warengesellschaft Nr. 18, Springe 2021, 141–189.
Meyer, Thomas: Alternativen zum Kapitalismus – Im Check: Ökosozialismus, in: exit! – Krise und Kritik der Warengesellschaft Nr. 19, erscheint 2022.
Ortlieb, Claus Peter; Ulrich, Jörg: Quantenquark – Über ein deutsches Manifest, 2005, auf exit-online.org.
Ortlieb, Claus Peter: Ein Widerspruch von Stoff und Form – Zur Bedeutung der Produktion des relativen Mehrwerts für die finale Krisendynamik, in: exit! – Krise und Kritik der Warengesellschaft Nr. 6, Bad Honnef 2009, 23–54. Vorabdruck bereits 2008 auf exit-online.org.
Paech, Niko: Befreiung vom Überfluss – Auf dem Weg in die Postwachstumsökonomie, 11. Aufl. München 2019, zuerst 2012.
Paech, Niko: Postwachstumsökonomie als Abkehr von der organisierten Unverantwortlichkeit des Industriesystems, in: Pfaller, Robert; Kufeld, Klaus (Hg.): Arkadien oder Dschungelcamp – Leben im Einklang oder Kampf mit der Natur?, Freiburg/München 2014, 217–247.
Postone, Moishe: Zeit, Arbeit und gesellschaftliche Herrschaft – Eine neue Interpretation der kritischen Theorie von Marx, Freiburg 2003, zuerst New York/Cambridge 1993.
Reuter, Markus: Der enthemmt Maaßen zeigt wie gefährlich der Verfassungsschutz ist, Netzpolitik.org vom 15.7.2019.
Saito, Kohai: Natur gegen Kapital – Marx’ Ökologie in seiner unvollendeten Kritik des Kapitalismus, Frankfurt 2016.
Sarkar, Saral: Die Krisen des Kapitalismus – Eine andere Studie der politischen Ökonomie, Neu-Ulm 2010.
Schmied-Kowarzik, Wolfdietrich: Das dialektische Verhältnis des Menschen zur Natur – Philosophische Studien zu Marx und zum westlichen Marxismus, Freiburg/München 2018, zuerst 1984.
Scholz, Roswitha, Das Geschlecht des Kapitalismus – Feministische Theorien und die postmoderne Metamorphose des Kapitals, Bad Honnef, 2. erw. Aufl. 2011.
Scholz, Roswitha: Gesellschaftliche Form und konkrete Totalität – Zur Dringlichkeit eines dialektischen Realismus heute, in: exit! – Krise und Kritik der Warengesellschaft Nr.6, Bad Honnef 2009, 55–100.
Scholz, Roswitha: It’s the class, stupid? – Deklassierung, Degradierung und die Renaissance des Klassenkampfbegriffs, 2020, auf exit-online.org.
Υποσημειώσεις
1. Αυτό το κείμενο είναι ένα αναθεωρημένο απόσπασμα από: Meyer 2021/2022.
2. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λάθος ή άσκοπο να απεργούμε για προστασία από την απόλυση και αξιοπρεπείς και υγιείς συνθήκες εργασίας, κλπ.
3. Για παράδειγμα, ένα βιβλίο από την Κομματική Σχολή “Καρλ Μαρξ” της Κεντρικής Επιτροπή του Κόμματος Σοσιαλιστικής Ενότητας Γερμανίας αναφέρει: “Η παραγωγή εμπορευμάτων και ο νόμος της αξίας δεν είναι υπολείμματα της καπιταλιστικής κοινωνικής τάξης. Έχουν τα δικά τους κοινωνικοοικονομικά θεμέλια στον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής”. Οι σχέσεις εμπορευμάτων-χρήματος δε λειτουργούν με βάση τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά μάλλον οι σοσιαλιστικές σχέσεις εμπορευμάτων-χρήματος είναι έμφυτες στις δεδομένες σχέσεις παραγωγής (Ebert· Koch· Matho· Milke 1969, 145).
4. Η έμφυλη σχέση διαχωρισμού θα πρέπει να προστεθεί, βλ. Scholz 2011.
5. Όπως τονίζει ο Rainer Fischbach, δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, ότι η τοπική μικρής κλίμακας παραγωγή πρέπει να είναι πιο βιώσιμη και αποδοτική από πλευράς πόρων από ένα εργοστάσιο, βλ. Fischbach 2016, 161ff.
6. Επίσης βλ.: Matteoni, Federica: Αντικαπιταλιστικό μέτωπο – Στην Ιταλία, τα θεωρήματα της μετα-ανάπτυξης διαμορφώνουν το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, jungle.world, 11 Φεβρουαρίου 2016, και Bierl, Peter: Επιστροφή στις ρίζες, jungle.world, 16 Ιουλίου 2020. Ακόμα και ο φασίστας του AfD, Björn Höcke (ο οποίος δημοσίευε σε φασιστικά περιοδικά με το ψευδώνυμο Landolf Ladig πριν από την θητεία του στο AfD) έχει επανειλημμένα εκφράσει κριτική για την “ανάπτυξη”. Επίσης βλ.: https://andreaskemper.org/2021/08/18/hoecke-bleibt-ladig/.^
7. Ένα θεματικό κείμενο στο exit!, τεύχος 19, θα είναι αφιερωμένο λεπτομερώς στο θέμα του οικοσοσιαλισμού. Θα δημοσιευτεί την άνοιξη του 2022.
