Herbert Böttcher & Dominic Kloos: Warum selbst die Aufklärung in Frage gestellt werden muss. Versuch einer Einführung in die Notwendigkeit einer emanzipatorischen Kritik der Aufklärung (Griechisch)
Γιατί ακόμα κι ο Διαφωτισμός πρέπει να τεθεί σε ερώτηση
Herbert Böttcher & Dominic Kloos
Γιατί ακόμα κι ο Διαφωτισμός πρέπει να τεθεί σε ερώτηση.
Μια προσπάθεια για μια εισαγωγή στην αναγκαιότητα μιας χειραφετητικής κριτικής του Διαφωτισμού (Μάρτιος 2015)
Herbert Böttcher/Dominic Kloos
Δημοσιεύθηκε σε: Netztelegram. Informationen des Ökumenisches Netz Rhein-Mosel-Saar e.V.
Σύνδεσμος πρωτοτύπου:
https://www.oekumenisches-netz.de/wp-content/uploads/2016/10/NT15-01.pdf
https://www.oekumenisches-netz.de/veroeffentlichungen/netztelegramm/
Η ριζοσπαστική κριτική δεν μπορεί να σταματήσει μπροστά σε τίποτα, ούτε καν στον Διαφωτισμό. Με τους επαίνους του „στην ελευθερία, στην ισότητα και στην αδελφοσύνη”, στο ώριμο/υπεύθυνο υποκείμενο, στη γνώση του και στην ελεύθερη βούλησή του, φαίνεται να αποτελεί την εκπλήρωση όλης της προηγούμενης ιστορίας. Ο Διαφωτισμός του 18ου αιώνα τα έχει ήδη πει όλα. Απλώς πρέπει να τον εκπληρώσουμε και έτσι να ολοκληρώσουμε το εγχείρημα της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Αυτό το κείμενο επιχειρεί να εξηγήσει, εισαγωγικά, γιατί αυτό δεν ισχύει, και γιατί ο Διαφωτισμός ιδιαίτερα πρέπει να γίνει αντικείμενο της χειραφετητικής κριτικής.
Η σκέψη, η οποία συνδέεται με το Διαφωτισμό, παρουσιάζεται ως γενικά, οικουμενικά έγκυρη. Ο τρόπος, με τον οποίο ο Διαφωτισμός αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο, ως ένα υποκείμενο ικανό για ανεξάρτητη γνώση και ελεύθερο από την ανάγκη καθοδήγησης από μια εξουσία είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο το ανθρώπινο ον φαίνεται να είναι. Και αυτό, που είναι σωστό για το γιγνώσκον υποκείμενο, μπορεί να είναι αποδεκτό μόνο για το δρών υποκείμενο. Μπορεί, αν το θέλει. Το θεμέλιο της δράσης του είναι η ελεύθερη βούλησή του. Για να μην ξεχνάμε τις “αξίες”, πάνω απ‘ όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με βάση την „αξιοπρέπεια του ανθρώπου“, διακηρύσσονται αξίες, οι οποίες ισχύουν για όλους, δηλαδή, είναι παγκοσμίως έγκυρες. Φαίνονται τόσο παγκοσμίως έγκυρες, ώστε διεξάγονται παγκόσμιοι πόλεμοι στο όνομά τους, για να ελεγχθούν όσοι παράγουν μη διαφωτισμένη τρομοκρατία, και έτσι παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η διαφωτισμένη σκέψη, ωστόσο, δεν είναι ούτε τόσο αθώα ούτε τόσο γενικά έγκυρη, όσο της αρέσει να εμφανίζεται στα σχολικά βιβλία και στις πολιτικές ομιλίες της Κυριακής. Είναι η σκέψη, η οποία συνοδεύει και δικαιολογεί την κατοχύρωση του καπιταλισμού. Επομένως, είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από οικουμενική. Αντίθετα, είναι αδιαμφισβήτητα ιδιαίτερη/μερική. Αναφέρεται σε μια προσδιορισμένη μορφή κοινωνίας, χωρίς να παρέχει καμία εξήγηση.
Δεν είναι τυχαίο, ότι προέρχεται ακριβώς από την εποχή, που ξέσπασε ο σύγχρονος καπιταλισμός. Μετά τη “στρατιωτική επανάσταση” (Τζέφρι Πάρκερ) κατά τον 15ο και 16ο αιώνα, και την εμφάνιση των προδρόμων του σύγχρονου κράτους, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών δυνάμεων και των κοινωνιών οι οποίες βασίζονται όλο και περισσότερο στο χρήμα, η πρώιμη καπιταλιστική διαδικασία προχώρησε “μέσα” από τον απολυταρχισμό στην εκβιομηχάνιση. “Η σύγχρονη κοινωνία που βασίζεται στις αξίες, άρχισε τώρα να ξεδιπλώνεται στα δικά της θεμέλια, με τη σκέψη του Διαφωτισμού να συνοδεύει αυτή τη δεύτερη φάση εκκίνησης, η οποία κορυφώθηκε με την εκβιομηχάνιση, που βασίζεται στις αξίες, ως μια ιδεολογία διαμόρφωσης κοινωνίας που ήταν ταυτόχρονα μαχητική και επιβεβαιωτική”. 1
Το νεωτερικό, το οποίο επικρατεί με τον καπιταλισμό, εμφανίζεται σε αντίθεση προς τη φεουδαρχία, ως απελευθέρωση από τις προσωπικές σχέσεις εξάρτησης και υποδούλωσης. Ωστόσο, αποτελεί μια νέα, όχι προσωπική, αλλά “γεγονοτική/πραγματική” σχέση κυριαρχίας: η αφηρημένη κυριαρχία της αξιοποίησης του κεφαλαίου. “Ο Διαφωτισμός, σε όλες τις παραλλαγές και τα στάδια ανάπτυξής του, υπέβαλε πάντα σε κριτική μόνο εκείνες τις συνθήκες και τα φαινόμενα, τα οποία κατά κάποιο τρόπο εμπόδιζαν το συντριπτικό τροχό της αξιοποιητικής κίνησης. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, η κριτική του στις προ-νεωτερικές συνθήκες ήταν μια κριτική της κυριαρχίας, μόνο στο βαθμό κατά τον οποίο οι υπάρχουσες μορφές κυριαρχίας κατηγορήθηκαν ότι δεν είχαν αποτελεσματικότητα και ότι δεν είχαν την ικανότητα να διεισδύσουν στην εσωτερική ζωή των ατόμων. Η αρχή της κριτικής του Διαφωτισμού ήταν επομένως ταυτόχρονα το τέλος κάθε κριτικής, η εξαφάνιση της κριτικής στην αυτοαναφορική μορφή της αστικής υποκειμενικότητας. Ο Διαφωτισμός δεν ήθελε απλώς να απορρίψει μια θεμελιώδη κριτική αυτής της μορφής, αλλά μάλλον να την καταστήσει ουσιαστικά αδιανόητη”. 2
Η κυριαρχία του κεφαλαίου συμβαδίζει με την αποσύνδεση της γυναικείας δραστηριότητας αναπαραγωγής και τις σχετικές κοινωνικοψυχολογικές και πολιτισμικά συμβολικές στιγμές. Χωρίς αυτές τις διαχωρισμένες/αποσυνδεδεμένες όψεις, η καπιταλιστική κοινωνία δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Το “διαχωρισμένο/αποσυνδεδεμένο” έτσι σχηματίζει τη σιωπηλή προϋπόθεση για την υποταγή στον αντικειμενικό νόμο της αξιοποίησης του κεφαλαίου.
Αυτός ο αντικειμενικός νόμος της αξιοποίησης του κεφαλαίου συνοψίστηκε από τον Καρλ Μαρξ στον τύπο Χ-Ε-Χ‘. Το χρήμα (Χ) χρησιμοποιείται ως κεφάλαιο για την παραγωγή εμπορευμάτων (Χ) ως φορέων αξίας και υπεραξίας -μέσω της δαπάνης εργασίας. Στην αγορά, αυτά τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται και μετατρέπονται ξανά σε χρήμα (Χ) ή σε πρόσθετο χρήμα (Χ‘). Με την παράδοξη έννοια του “αυτόματου υποκειμένου”, ο Μαρξ περιγράφει την αντιφατική ενεργότητα των κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες υπόκεινται στο νόμο της αξιοποίησης. Είναι μια έκφραση ενός τυφλού αυτοματισμού, ο οποίος παρ‘ όλα αυτά απαιτεί έναν συνειδητό φορέα. Τελικά, τα εμπορεύματα δεν παράγονται μόνα τους, αλλά μάλλον μέσω των ενεργειών των παραγωγών, δηλαδή των φορέων της αφηρημένης εργασίας. Και δεν πηγαίνουν στην αγορά μόνα τους, αλλά πρέπει να “μεταφερθούν” εκεί από συνειδητούς δρώντες. Ωστόσο, η συνείδηση των υποκειμένων ως δρώντων στη διαδικασία αξιοποίησης δεν περιλαμβάνει μια συνείδηση του κοινωνικού πλαισίου, στο οποίο δρουν. Αυτό το πλαίσιο δεν αποτελεί αντικείμενο κριτικής σκέψης. Το ενεργό υποκείμενο δρα εντός του προκαθορισμένου πλαισίου ενός τυφλού “αυτοματισμού”. Παραμένει περιορισμένο στην εσωτερική ορθολογικότητα της διαδικασίας αξιοποίησης. Στη συνέχεια, ωστόσο, “το «αυτόματο υποκείμενο” δεν είναι τίποτα άλλο από την αυτοκίνηση των καπιταλιστικών κατηγοριών, οι οποίες δημιουργήθηκαν ασυνείδητα από τους ανθρώπους και κινούνται ανεξάρτητα, ακριβώς επειδή τα άτομα ζουν τη ζωή τους μέσα σε αυτές τις κατηγορίες”. 3
Οι μορφές αξίας και υποκειμένου εμφανίζονται ως οικουμενικοι προσδιορισμοί των κοινωνικών σχέσεων. Αυτό που παραμένει σκοτεινό, είναι ότι το “ελεύθερο υποκείμενο” στη γνώση και στη δράση είναι “ελεύθερο” μόνο εντός των εσωτερικών διαδικασιών των καπιταλιστικών σχέσεων. Έτσι, μια άλυτη απορία είναι εγγενής στη σύστασή του: Αφενός, καθορίζεται από την “αυτοκρατία” της “ελεύθερης βούλησής’ του, και, αφετέρου, είναι δεσμευμένο στην αντικειμενικότητα της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης, η οποία έχει γίνει, ας πούμε, η “δεύτερη φύση” του.
Η διατύπωση του Χέγκελ ότι “η ελευθερία είναι η κατανόηση/ενόραση στην αναγκαιότητα” αποκαλύπτει τη φυλάκιση σε αυτό το “σιδερένιο κλουβί” (Μαξ Βέμπερ). Αυτή η ελευθερία γίνεται αυτοϋποταγή στην αφηρημένη κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων και αυτοπειθαρχία εντός των προϋποτιθέμενων μορφών αφηρημένης εργασίας, αξίας, χρήματος, νόμου, κράτους κ.λπ., οι οποίες θεωρούνται φυσικές και, μαζί με τον διαχωρισμό των θηλυκά συνδηλωμένων στοιχείων της αναπαραγωγής, αποτελούν τη βάση των κοινωνικών σχέσεων. Ο Διαφωτισμός γίνεται έτσι μια δικαιολόγηση των “διαδικασιών ωρίμανσης” του πατριαρχικού καπιταλισμού. Είναι ουσιαστικά μια ιδεολογία αυτοπαραβίασης και αυτοϋποταγής των ατόμων υπό την πραγμοποιημένη προσταγή της “δεύτερης φύσης”, σύμφωνα με τα κριτήρια της αυτοκίνησης της αξιακής μορφής (αξιοποίηση της αξίας), η οποία έχει γίνει αυτοτελής προς αυτά. 4
Στον τρέχοντα κρισιακό καπιταλισμό, το “ελεύθερο υποκείμενο” χάνει τα θεμέλιά του, επειδή η εργασία, ως η ουσία, η οποία είναι απαραίτητη για την αύξηση του κεφαλαίου, καταρρέει. Είναι εκτεθειμένο σε έναν εντεινόμενο ανταγωνιστικό αγώνα, που απαιτεί συνεχώς νέες προσαρμογές. Αυτές υποτίθεται ότι εκτελούνται “με δική μας ευθύνη”. Η υποταγή γίνεται αυτοϋποταγή, μόνιμη “αυτοβελτιστοποίηση” προς όφελος της ατομικής προσαρμογής στην εκμετάλλευση του ανθρώπινου κεφαλαίου του καθενός. Αυτές οι συνδέσεις εκθέτουν την ενεργότητα του “ελεύθερου υποκειμένου” ως υποκειμένου του οποίου οι δυνατότητες για σκέψη και δράση είναι πάντα ήδη δεσμευμένες στο πλαίσιο του αξιακού διαχωρισμού.
Η μορφή του υποκειμένου δεν είναι οικουμενική στο πλαίσιο των σχέσεων των φύλων, αλλά μάλλον αρρενωπή, καθώς συνοδεύεται από τον αποκλεισμό του θηλυκού. Επίσης, δεν είναι αρκετά περιεκτική (οικουμενική) για να συμπεριλάβει την πλειοψηφία των μη λευκών και μη δυτικών ανθρώπων. Αντίθετα, είναι εγγενώς αρρενωπή, λευκή και δυτική, και επομένως φυλετικά καθορισμένη. Ο ανταγωνισμός αποφασίζει, ποιος μπορεί να ενσωματωθεί στη μορφή του υποκειμένου, δηλαδή ποιος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ανθρώπινο κεφάλαιο και ποιος είναι “περιττός”. Ο λεγόμενος δυτικός οικουμενισμός -συμπεριλαμβανομένων των υποτιθέμενων οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία συνδέονται με αυτόν- εγκαθιδρύει μια κοινωνική και ρατσιστική σχέση αποκλεισμού. Στις περιφερειακές περιοχές του κόσμου, μόνο μια μειονότητα, κυρίως ανδρικές ελίτ, μπορούσε να συμμετάσχει στις “ευλογίες” του καθυστερημένου εκμοντερνισμού. Στην αποτυχία του εκμοντερνισμού και της σχετικής ενσωμάτωσής του στην παγκόσμια αγορά, τόσο οι “ελίτ που λεηλατούν και οι απόγονοί τους”, όσο και αυτοί, οι οποίοι “καθίστανται περιττοί”, γίνονται ένας πόρος από τον οποίο στρατολογούνται οι δράστες λεηλασίας των οικονομιών, του τρόμου και της τρέλας. Πολλά θύματα των “διαδικασιών εκμοντερνισμού” δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να εισέλθουν στη μορφή μιας αξιακής διαχωριστικής κοινωνίας. Τώρα, φέρουν το κύριο βάρος της αποτυχίας των διαδικασιών εκμοντερνισμού, ιδιαίτερα, όταν γίνονται θύματα του τρόμου των λεηλατητών συμμοριών και της ισλαμιστικής τρέλας. Στη δεύτερη περίπτωση, δε συναντάμε φαντάσματα από ένα “πέραν” των λεγόμενων πολιτισμένων αξιών, αλλά φαντάσματα, που πηγάζουν από την ανδρική, δυτική και λευκή μορφή υποκειμένου και την καταρρέουσα σχετική αξιακή διαχωριστική κοινωνία.
Η κριτική του καπιταλισμού δεν πρέπει να περιορίζεται απλώς στην κριτική ενός οικονομικού συστήματος. Αντίθετα, πρέπει να καθιστά αντικείμενο κριτικής τη μορφή της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης, η οποία σχετίζεται με “το σύνολο” αυτής της κοινωνικοποίησης. Αυτό περιλαμβάνει το κράτος και την πολιτική, τα οποία δεν αποτελούν αντίθεση στην οικονομία, αλλά μάλλον σχηματίζουν μια πολική ενότητα με αυτήν. Επομένως, δεν έχει νόημα να επικαλούμαστε την πολιτική ενάντια στην οικονομία. Ομοίως, ο Διαφωτισμός, ως δικαιική ιδεολογία και ως ιστορικό θεμέλιο των ιδεών, ανήκει στην καπιταλιστική κοινωνικοποίηση. Επομένως, δεν έχει επίσης νόημα να επικαλούμαστε τον Διαφωτισμό ως μια ανεκπλήρωτη οικουμενική υπόσχεση για την υλοποίηση της οικουμενικής ανθρωπότητας και να απαιτούμε την υλοποίησή της. Όπως ακριβώς η πολιτική μορφή πρέπει να υποβληθεί σε μια χειραφετητική κριτική, που επιχειρεί να ξεφύγει από τη φυλακή στην οποία ανήκει ο Διαφωτισμός, στη συγκρότηση και στην κρίση της, συμπεριλαμβανομένων των βάρβαρων εκδηλώσεών της. Η τελευταία συνάντηση του δικτύου συνέβαλε σημαντικά σε αυτό με την παρουσίαση του Daniel Späth. Η επικέντρωση ήταν στην κριτική της φιλοσοφίας του Καντ ως ουσιώδους προσωπικότητας του Διαφωτισμού.
Δε χρειάζεται να τονιστεί, ότι η χειραφετητική κριτική του καπιταλισμού, και κατά συνέπεια του Διαφωτισμού, δεν επιδιώκει μια επιστροφή στο Ρομαντισμό και στον Αντιδιαφωτισμό. Αντίθετα, πρόκειται για μια κριτική, που στοχεύει να υπερβεί τον καπιταλισμό και να ανοίξει το δρόμο για μια κοινωνία, στην οποία όλοι οι άνθρωποι -και πρώτα απ‘ όλα, οι “τελευταίοι”- μπορούν να ικανοποιήσουν τις υλικές τους ανάγκες για φαγητό, ποτό, στέγαση κ.λπ., και να δημιουργήσουν μορφές συνύπαρξης, στις οποίες ζουν μαζί ως ελεύθερα άτομα ή -όπως το διατύπωσε ο Μαρξ- ως “ένωση ελεύθερων ανθρώπων”, που δεν εξαρτούν τη ζωή τους από τον τυφλό και παράλογο ιδιοτελή σκοπό της αύξησης του κεφαλαίου, αλλά διαμορφώνουν και σχεδιάζουν συνειδητά τη ζωή και τη συνύπαρξή τους. Θεολογικά μιλώντας, αυτό δεν θα ήταν ακόμη η Βασιλεία του Θεού, γιατί το ζήτημα των θυμάτων της ιστορίας και όλα τα μεταφυσικά ερωτήματα, που συνδέονται με αυτήν, θα παρέμεναν άλυτα. Αλλά, μια πιο ανθρώπινη ζωή βασισμένη στην ικανοποίηση των υλικών αναγκών και ως “ένωση ελεύθερων ανθρώπων” θα ήταν σύμφωνη με την πρόθεση αυτού που ονομάζεται “Βασιλεία του Θεού και η δικαιοσύνη της” στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση.
Υποσημειώσεις
1 Robert Kurz, Blutige Vernunft. Essays zur emanzipatorischen Kritik der kapitalistischen Moderne und ihrer westlichen Werte, Bad Honnef 2004, S. 19.
2 Ebd., S. 21.
3 Robert Kurz, Die Substanz des Kapitals. Abstrakte Arbeit als gesellschaftliche Realmetaphysik und die absolute innere Schranke des Kapitals. Zweiter Teil, in: Exit! Krise und Kritik der Warengesellschaft, 2/2005, S. 209 f.
4 Robert Kurz, Blutige Vernunft, S. 29
